Φθινόπωρο του 1973. Ο Οκτώβριος τελειώνει με μια είδηση που μοιάζει σχεδόν απίθανη για την Ελλάδα της δικτατορίας: «Επετράπησαν τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη».
Ο συνθέτης βρίσκεται στο Παρίσι, και ο νεαρός τότε Μάκης Μάτσας πηγαίνει τακτικά και τον επισκέπτεται. Για χρόνια η μουσική του Θεοδωράκη βρίσκεται στην παρανομία. Προέρχεται από ιστορικούς δίσκους –«Επιφάνια», «Μαουτχάουζεν», «Αξιον Εστί»– αλλά και την παράσταση «Μαγική πόλις», μουσικές που εκδίδονταν από τη δισκογραφική εταιρεία Columbia, αντίπαλον δέος της «Odeon-Parlophone», που διηύθυνε ο Μίνως Μάτσας.
«Για μένα ο Μίκης εκείνη τη στιγμή ήταν ένα άπιαστο επαγγελματικό όνειρο», γράφει ο 88χρονος Μάκης Μάτσας στο αυτοβιογραφικό κείμενο που περιλαμβάνεται στο λεύκωμα «Μίκης Θεοδωράκης» των εκδόσεων Μέλισσα. Το δίγλωσσο έργο για τον διεθνή Ελληνα συνθέτη, που κυκλοφορεί στην εκπνοή του επετειακού έτους του, «δεν φιλοδοξεί να περικλείσει έναν αιώνα ζωής. Αντιθέτως λειτουργεί ως περιήγηση στον πυκνό κόσμο ενός ανθρώπου που υπήρξε σύμπαν από μόνος του», αναφέρει στην «Κ» ο διευθυντής του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής», Αλέξανδρος Χαρκιολάκης.

Στο ίδιο πνεύμα και το σχόλιο της Βάλιας Βράκα, υπεύθυνης Τομέα Ελληνικής Μουσικής της Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη»: «Το λεύκωμα είναι η φυσική προέκταση του αρχείου του Μίκη Θεοδωράκη που έρχεται να υπενθυμίσει πως η μνήμη δεν είναι παρελθόν, αλλά δυναμικό παρόν», τονίζει.
Το κείμενο του Μάκη Μάτσα, που μιλάει για τον Θεοδωράκη του τραγουδιού, αναπτύσσει το άγνωστο παρασκήνιο μιας θρυλικής δισκογραφικής «μεταγραφής», και ταυτόχρονα φωτίζει το κλίμα της εποχής, το πάθος και το ρίσκο που έπαιρνε ο κόσμος της τέχνης για να εκφραστεί ελεύθερα.
Μια τέτοια κίνηση χωρίς δίχτυ ασφαλείας ήταν η παράτολμη πρόταση του Μάκη Μάτσα προς τον Μίκη: ένα συμβόλαιο το οποίο προέβλεπε ότι εάν σε δέκα μήνες η «Odeon-Parlophone» δεν πετύχαινε να αποδεσμεύσει τα τραγούδια από τη χουντική λογοκρισία, το συμβόλαιο θα ακυρωνόταν αυτόματα. Και εκείνος θα έχανε την προκαταβολή του.

Ο Μίκης δέχτηκε την πρόταση και μάλιστα με την υπογραφή του συμβολαίου παρέδωσε επίσης ένα καινούριο έργο του, τα «18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», που άρχισαν να ηχογραφούνται κρυφά στην Αθήνα με τον Γιώργο Νταλάρα και την Αννα Βίσση, στην πρώτη της εμφάνιση.
Αγνωστες ιστορίες για το σύμπαν του σπουδαίου συνθέτη σε ένα δίγλωσσο, πλούσιο λεύκωμα στην εκπνοή του επετειακού έτους του από τις εκδόσεις Μέλισσα.
«Είχα μια διαίσθηση ότι θα τα κατάφερνα, χωρίς βέβαια να έχω καμία χειροπιαστή ένδειξη γι’ αυτό. Και άρχισα να θέτω σε εφαρμογή το σχέδιό μου», γράφει ο κ. Μάτσας. Τον Οκτώβριο του 1973 έγινε μια αλλαγή στο χουντικό καθεστώς και δίπλα στον πρωθυπουργό Σπύρο Μαρκεζίνη τοποθετήθηκε ο δικηγόρος Σπύρος Ζουρνατζής.

«Πήγα και τον συνάντησα στο γραφείο του για να εκθέσω την υπόθεση και να του εξηγήσω ότι είναι άστοχο και αδικαιολόγητο να απαγορεύουν ένα είδος τραγουδιού που ούτως ή άλλως τα βράδια τραγουδιέται παντού. «Ετσι», του λέω, «προσφέρεται σε αυτούς που τραγουδούν απαγορευμένα τραγούδια μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να νομίζουν ότι είναι αντιστασιακοί και ήρωες κι ότι λειτουργούν σαν σε κρυφό σχολειό», θυμάται. Λίγες ημέρες αργότερα, οι τίτλοι των εφημερίδων επιβεβαίωσαν το αδιανόητο: τα τραγούδια επέστρεψαν, έστω προσωρινά. Ομως εκείνος ο Οκτώβριος του 1973 καταγράφηκε ως μια ρωγμή στον χουντικό «γύψο», απόδειξη ότι η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δεν υπήρξε εκείνα τα χρόνια απλώς ένα καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά πρωτίστως πολιτικό και κοινωνικό συμβάν.

Συνθέτης, διανοούμενος, πολιτικός, ποιητής των ήχων και των ιδεών, δημιούργησε έναν γαλαξία στον οποίο χώρεσαν αγαπημένα τραγούδια, συμφωνική μουσική και τα οράματα μιας εποχής. Αυτήν ακριβώς την πολυεπίπεδη παρουσία του Θεοδωράκη αποτυπώνει το λεύκωμα. Οι συντελεστές του τονίζουν πως δεν είναι ένα μουσειακό δημιούργημα, αλλά μια ανοιχτή αφήγηση. Το λεύκωμα αντλεί τον πυρήνα του από το προσωπικό αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο ο ίδιος εμπιστεύθηκε από το 1997 στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής».

Η εργασία πάνω σε αυτό το υλικό είναι, όπως παραδέχονται οι επιμελητές, απολαυστική και ταυτόχρονα επικίνδυνη. Κάθε φάκελος, κάθε χειρόγραφο, κάθε φωτογραφία άνοιγε νέες διαδρομές. Το δίλημμα ήταν διαρκές: τι επιλέγεις και τι αφήνεις απ’ έξω, όταν το υλικό είναι ανεξάντλητο;
Δομημένο σε δέκα θεματικά κεφάλαια, το βιβλίο διατρέχει την καλλιτεχνική και πολιτική διαδρομή του, φωτίζοντας τις διαφορετικές όψεις της ζωής του. Κάθε κεφάλαιο συνοδεύεται από ένα κείμενο υπογεγραμμένο από μια σπουδαία προσωπικότητα που συμπορεύθηκε ή συνεργάστηκε μαζί του. Οι φωνές αυτές προσθέτουν στο αρχειακό υλικό μια βιωματική διάσταση. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι το πρώτο κείμενο ανήκει στον ίδιο τον Θεοδωράκη, εκφράζοντας τις σκέψεις του για τη συμφωνική μουσική, έναν χώρο που τον απασχόλησε αδιάκοπα μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τεκμήρια του αρχείου –χειρόγραφα, παρτιτούρες, επιστολές, σημειώσεις, αφίσες– προστίθενται δύο σπάνια ανέκδοτα, ηχητικά ντοκουμέντα, που προσφέρονται στον αναγνώστη με το βινύλιο το οποίο συνοδεύει το λεύκωμα. Σε αυτά αποκαλύπτεται η βαθιά, συναισθηματική σχέση του συνθέτη με τους γονείς του, μια σχέση που διαμόρφωσε όχι μόνο τη μουσική ευαισθησία του αλλά και την πολιτική στάση του.
Ολες οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο Μίκη Θεοδωράκη / Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής».

