Ο Αγγλος μουσικός ανήκει σε μια γενιά που μεγάλωσε θεωρώντας την έξοδο του σαββατόβραδου ως το αποκορύφωμα της εβδομάδας της και πολλές φορές και της μέχρι τότε ζωής της. Η διασκέδαση το σαββατόβραδο για τους νέους της εποχής ήταν τα πάντα. Οταν λοιπόν ο Ροντ Στιούαρτ ανέφερε στη συναυλία της Αθήνας, στις 13 Δεκεμβρίου, για τρίτη φορά ότι είναι σαββατόβραδο και έχετε βγει έξω για να διασκεδάσετε και να περάσετε καλά, κατάλαβα ότι γι’ αυτόν και αυτή η βραδιά θα είναι ιερή και ότι θα εκπληρώσει στο ακέραιο το προφορικό «συμβόλαιο» που κάθε καλλιτέχνης υπογράφει με το κοινό του, να δίνει πάντα τον καλύτερο εαυτό του.
Ο Ροντ Στιούαρτ είναι ένα από τα χαρισματικά αλλά και τυχερά «καλόπαιδα» της εργατικής τάξης που η ζωή τού επιφύλαξε το ωραιότερο παραμύθι. Εζησε όλη του τη ζωή όπως ένιωθε και υπήρξε μέχρι σήμερα: γνήσιος, αυθεντικός αλλά και ελαφρύς, διασκεδαστικός αλλά και γενναιόδωρος. Το ευχάριστο είναι ότι όλα αυτά τα κουβαλάει ακόμη και σήμερα, στα 80 του.
Ανήκει σε αυτή τη γενιά των καλλιτεχνών που σέβονται τον χρόνο και τα χρήματα που πληρώνει το κοινό για αυτούς και δίνουν πάντα τον καλύτερο εαυτό τους. Το απέδειξε και στην Αθήνα όταν, προς το τέλος της συναυλίας, την ώρα που ξεκινούσε το πάρτι με τις πρώτες νότες τού «Do You Think I’m Sexy» και όλη η μπάντα πετούσε μπάλες ποδοσφαίρου στο κοινό, έδιωξε εκνευρισμένος και με πολύ αυστηρότητα μπροστά από την μπαριέρα της σκηνής ένα άτομο της εταιρείας περιφρούρησης ο οποίος διαπληκτιζόταν με κάποιον από το κοινό που ήθελε να πάει λίγο μπροστά και να πάρει μια μπάλα ποδοσφαίρου. Σε αυστηρό τόνο τού είπε να φύγει από εκεί γιατί χαλάει την ατμόσφαιρα της βραδιάς. Το πρόγραμμά του ισορρόπησε ανάμεσα στις μεγάλες χορευτικές επιτυχίες του που σήκωναν το κοινό από τις καρέκλες και τις θρυλικές μπαλάντες του που έμειναν στην ιστορία χάρη στη μοναδική χροιά της φωνής του: «Tonight Is the Night», «I Don’t Wanna Talk About It», «The First Cut Is the Deepest», «Downtown Train», «Have I Told You Lately That I love You», «Maggie May» και «Sailing» ήταν μέσα στα highlights της βραδιάς και τραγουδήθηκαν χορωδιακά από το κοινό.
Απέτισε φόρο τιμής με τραγούδια, εικόνες στο videowall αλλά και τα λόγια του σε εκείνους με τους οποίους συνεργάστηκε και δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή όπως την Τίνα Τέρνερ, την Κριστίν ΜακΒι, τον Τζεφ Μπεκ, τον Μάντι Γουότερς. Ερμήνευσε με νόημα το «People Get Ready» του Κέρτις Μέιφιλντ, ένα τραγούδι για τα ταραγμένα ’60s και τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων στην Αμερική.
Αν η επιτυχία μιας συναυλίας κρίνεται από το πώς φεύγει το κοινό αφού έχει φθάσει στο τέλος η βραδιά, τότε η συναυλία του σερ Ροντ Στιούαρτ ήταν μια από τις πιο απολαυστικές και τις πιο επιτυχημένες της χρονιάς, αφού το μικρό σχετικά κοινό έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο, μουρμουρίζοντας μελωδίες και τραγούδια από τη βραδιά. Με το ίδιο συναίσθημα που φεύγει κάποιος από ένα υπέροχο πάρτι. Μέρες πριν από τη συναυλία άκουγα από πολλούς φίλους την ατάκα «έλα, μωρέ, τι να μου πει ένας καλλιτέχνης στα 80 του σήμερα;». Η αλήθεια είναι ότι έχει ίσως πιο μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς έναν καλλιτέχνη στην κορύφωση του δημιουργικού πυρετού του. Ομως ποιος μπορεί να πει με σιγουριά πότε αυτός ο δημιουργικός πυρετός τελειώνει;
Το να βλέπεις έναν καλλιτέχνη στην όγδοη ή και στην ένατη δεκαετία της ζωής του αποτελεί, εκτός από μια τελείως διαφορετική εμπειρία, και ένα εντελώς διαφορετικό μάθημα ζωής.

