Γεννήθηκε το 1959 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Τσέστερ, μια μικρή πόλη στα σύνορα Αγγλίας – Ουαλλίας. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του και η ανύπαντρη μητέρα του, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες και κοινωνική περιθωριοποίηση, αναγκάστηκε να τον δώσει για υιοθεσία ένα χρόνο αργότερα. Οπως σημείωνε στον πρόλογο της αυτοβιογραφίας του, «Electronic Boy: My Life In And Out Of The Soft Cell» (Omnibus Press, 2020), «μου είχαν πει ότι η μητέρα μου ήθελε απελπισμένα να με κρατήσει, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι σε μια ανάδοχη οικογένεια θα είχα, πιθανότατα, περισσότερες ευκαιρίες για μια καλύτερη ζωή – πόσο μάλλον και για να γίνω ένας σταρ της ηλεκτρονικής ποπ της δεκαετίας του ’80. Ράγισε η καρδιά της όταν χρειάστηκε να με αφήσει και συχνά αναρωτιέμαι πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, εάν δεν το είχε κάνει…».
Τα πράγματα εξελίχθηκαν μάλλον αναμενόμενα για ένα παιδί που δεν ενδιαφερόταν τόσο για τον αθλητισμό ή τις θετικές επιστήμες, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970: ο Ντέιβ Μπολ σπούδασε σε κολέγιο τέχνης, γνώρισε έναν λίγο μεγαλύτερο συμφοιτητή του, που είχε πάθος με το θέατρο, τη μουσική και τον Αντι Γουόρχολ, και έφτιαξε ένα συγκρότημα. Τέτοιες ιστορίες υπήρξαν χιλιάδες εκείνη την εποχή.
Μόνο που το όνομα εκείνου του συμφοιτητή ήταν Μαρκ Αλμοντ και το όνομα του γκρουπ Soft Cell, και άλλοι μουσικοί δεν υπήρχαν, ουσιαστικά, μόνον η φωνή του Αλμοντ και ο ίδιος ο Μπολ με τα συνθεσάιζερ, η χρήση των οποίων είχε αρχίσει, τότε, να εντείνεται και οι δυνατότητες που παρείχαν φάνταζαν ανεξάντλητες.
Ηταν η γενιά μουσικών που είχαν μεγαλώσει ακούγοντας Ντέιβιντ Μπόουι, Μαρκ Μπόλαν, είχε αναδρομικά ανακαλύψει τις δραματικές φωνές των ’60s ενώ, παράλληλα, ανακάλυπτε τον θαυμαστό νέο κόσμο που είχαν ορίσει οι καινοτομίες των Kraftwerk και είχε βιώσει την έκρηξη του πανκ. Ο Μπολ, μεγαλόσωμος, βαρύς, αγέλαστος και όχι ιδιαίτερα κοινωνικός, βρήκε στο πρόσωπο του εξωστρεφούς Αλμοντ τον ιδανικό παρτενέρ: οι δυο τους ταυτίστηκαν με την άνοδο της ηλεκτρονικής ποπ, με το κίνημα των νεορομαντικών, με όλο το «νιου γουέιβ» που είχε κάνει ξανά τη μουσική χορευτική, χωρίς όμως να καθιστά τη στιχουργική θεματολογία αφελή.
Η πρώτη ηχογράφηση των Soft Cell χρηματοδοτήθηκε από την ανάδοχη μητέρα του Μπολ – αρκούσε αυτό το πρώτο «επτάιντσο», με τίτλο «Mutant Moments» το 1980, για να φτάσει ο ήχος των Soft Cell στα αυτιά του Στίβο Πιρς, ενός νεαρού δημοσιογράφου, dj και παραγωγού, που πίστευε ότι τα σινθεσάιζερ μπορούσαν να εξασφαλίσουν την απαραίτητη αναρχία στην τέχνη. Ενθουσιασμένος, τους έβαλε να υπογράψουν στην εταιρεία του, Some Bizzare (όπου ξεκίνησαν, μεταξύ άλλων, την καριέρα τους και οι Depeche Mode) και ανέλαβε χρέη μάνατζέρ τους. Για τα επόμενα πέντε χρόνια, οι Soft Cell έγιναν ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της εποχής τους: οι θεατρικές ερμηνείες του Αλμοντ και το ηχητικό υπόβαθρο που έστηναν τα πλήκτρα του Μπολ ξεχώριζαν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, πλάι στα άλλα συγγενικά σχήματα της ηλέκτρο-ποπ. Η μουσική των Soft Cell ήταν σόουλ για τη μεταβιομηχανική εποχή, τα τραγούδια τους μικρές ψηφιακές συμφωνίες, οι ενορχηστρώσεις τους αδιαπραγμάτευτα μετρονομικές, αλλά με ηχητικό βάθος που αποκαλυπτόταν μόνο σε προσεκτικές ακροάσεις με ακουστικά: μουσική που χορευόταν, με στίχους που μιλούσαν για την αληθινή ζωή, αλλά με έναν τρόπο που την έκανε ακόμη πιο συναρπαστική.
Είναι, λοιπόν, ελαφρώς οξύμωρο το γεγονός ότι το πιο γνωστό τραγούδι των Soft Cell, αυτό που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, η μεγαλύτερη επιτυχία τους στην Αμερική ήταν και ένα από τα ελάχιστα που δεν είχε γράψει, ως συνθέτης, ο Ντέιβ Μπολ: το περίφημο «Tainted Love» της Αφροαμερικανίδας Γκλόρια Τζόουνς πρακτικά χρεώνεται, από το 1980, σε εκείνους – κανείς δεν θυμάται, πλέον, την πρώτη εκτέλεση του 1965.
Το 1984 και έπειτα από τέσσερα υπέροχα άλμπουμ, Μπολ και Αλμοντ συμφώνησαν ότι ο κύκλος των Soft Cell είχε κλείσει (θα ακολουθούσαν, το 2002 και το 2022, δύο ακόμη άλμπουμ) και συνέχισαν ξεχωριστές πορείες.
Ο Μπολ είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα «δύσκολο» προσωπικό άλμπουμ, με τίτλο «In Strict Tempo», στη συνέχεια συμμετείχε σε πολλά σχήματα που είτε ήταν βραχύβια (όπως οι Other People και οι Virginia – και στα δύο μαζί με την τότε σύζυγό του Τζίνι Μπολ) είτε ήταν σύντομη η δική του παραμονή στις τάξεις τους (Psychic TV). Εκανε παραγωγή σε τρίτους, έγραψε μουσική για ταινίες («Decoder»), συνεργάστηκε με τον κλασικό πιανίστα Τζον Σάβατζ στον πανέμορφο δίσκο περιβαλλοντικής μουσικής «Photosynthesis», αλλά η πιο σημαντική δράση του ήταν ως μέλος των Grid, που μεγαλούργησαν συνδυάζοντας τη χορευτική μουσική των κλαμπ με την chill out διάθεση των μεσογειακών νησιών, αφήνοντας πίσω τους αφενός το αριστούργημα «Floatation» του 1990 και αφετέρου την αναπάντεχη συνεργασία τους με τον Ρόμπερτ Φριπ των King Crimson στο κύκνειο άσμα τους, «Leviathan», το 2021.
To 2018 ανακοίνωσε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπέφερε από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, είχε πάρει πολλά κιλά και χρησιμοποιούσε, για να μετακινείται, αρχικά μπαστούνι και, τα τελευταία χρόνια, αναπηρικό καροτσάκι – πρόλαβε, εντούτοις, να ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις ενός νέου δίσκου με τους Soft Cell, με τίτλο «Danceteria» που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2026. Δυστυχώς, δεν θα είναι ο ίδιος εκεί για να το παρουσιάσει. Πέθανε στο σπίτι του στο Λονδίνο την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου.
Πριν από δύο μήνες, είχε καταφέρει να δώσει την τελευταία του συναυλία, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Rewind, μπροστά σε 20.000 θεατές – δεν μπορούσε να σηκωθεί από το καροτσάκι, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να απολαύσει την εμπειρία.
«Ποιος θα φανταζόταν, όταν κάναμε τις πρώτες πρόβες στο κολέγιο με τον Μαρκ, ότι θα φτάναμε κάποια στιγμή να παίζουμε στο Γουέμπλεϊ. Θέλαμε να γράψουμε ελκυστικά αλλά σύνθετα ποπ τραγούδια – ήμασταν δύο περίεργοι τύποι που σπουδάζαμε στο Λιντς, δεν είχαμε ποτέ ως στόχο να δούμε τα ονόματά μας στους καταλόγους επιτυχιών, καταλαβαίναμε ότι δεν ήμασταν Spandau Ballet ή Duran Duran, δεν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε βίντεο πάνω σε ένα γιοτ – ένα κανό θα μας ταίριαζε περισσότερο. Ημασταν ηλέκτρο-πανκ!».

