H είδηση του θανάτου του Αργύρη Ζήλου την Τετάρτη, σε ηλικία 73 ετών, προκάλεσε εκατοντάδες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από εκείνους που τον γνώριζαν, είτε προσωπικά είτε μέσα από τα κείμενά του, προκαλώντας αμήχανη απορία στους υπόλοιπους: ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που, γράφοντας απλώς για μουσική, είχε επηρεάσει τόσο κόσμο και εθεωρείτο τόσο σημαντικός;
Η απάντηση είναι απλή: ο Αργύρης Ζήλος δεν έγραφε «απλώς» για μουσική. Εγραφε, με αφορμή πάντοτε ένα δίσκο, ένα συγκρότημα, ένα καλλιτέχνη, για το πώς ένα τραγούδι ή μια ομάδα τραγουδιών μπορούσε, αν όχι να αλλάξει τη ζωή όλων μας, τουλάχιστον να την κάνει πιο ενδιαφέρουσα.
Υπήρξε ο κορυφαίος μουσικοκριτικός της χώρας, σίγουρα σε διάρκεια και συνέπεια, αλλά για τους συστηματικούς αναγνώστες και σε ποιότητα. Προφανώς δεν βιοποριζόταν αποκλειστικά και μόνον από αυτό (νέος εργάστηκε σε δισκοπωλείο, σε δισκογραφική εταιρεία, αργότερα εκτέλεσε χρέη συμβούλου έκδοσης σε περιοδικά, έκανε επιμέλειες σε συλλογές, συνεργάστηκε βραχύβια με εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και η «Καθημερινή», βρέθηκε πίσω από το μικρόφωνο στη ραδιοφωνική εκπομπή «Χωρίς περιστροφές» κ.ά.), αλλά είχε καταφέρει στο μυαλό όλων μας να είναι ταυτισμένος με αυτή την ιδιότητα: μουσικοκριτικός ή, αλλιώς, επαγγελματίας ακροατής. Ακουγε για εμάς πριν από εμάς και, μέσα από τις εκατοντάδες νέες κυκλοφορίες κάθε μήνα, πρότεινε τις πιο αξιόλογες. Οχι απαραιτήτως εκείνες που είχαν τις μεγαλύτερες επιτυχίες, αλλά εκείνες που βοηθούσαν την ίδια την τέχνη της μουσικής να εξελίσσεται, εκείνες που απαιτούσαν την προσοχή του ακροατή και δεν ακολουθούσαν την ασφαλή οδό της επανάληψης.
Το πιο δύσκολο για τους φανατικούς μουσικόφιλους, όταν μεγαλώνουν οι ίδιοι ηλικιακά και όταν η δισκοθήκη τους αρχίζει και καταλαμβάνει πατώματα, καρέκλες, γραφεία και σημεία που δεν προορίζονταν να φιλοξενούν βινύλια και cd, είναι να διατηρήσουν το ειλικρινές, πηγαίο πάθος τους για την καινούργια μουσική κάθε εποχής. Οι περισσότεροι παίρνουν απόφαση ότι «τα καινούργια είναι ανούσια» και απολαμβάνουν, με τη χαλαρότητα και τον ελιτισμό της πλούσιας ακουστικής εμπειρίας δεκαετιών, τους καλλιτέχνες που είχαν εκτιμήσει όταν ήταν νεότεροι. Κάποιοι, λιγότεροι, με άγχος να μην παραδεχτούν ότι δεν μπορούν πια να ακολουθήσουν τα νέα ρεύματα και υποκρινόμενοι ότι ακόμη ταυτίζονται με τις φρέσκες παραγωγές που έχουν φτιαχτεί από εικοσάχρονους για εικοσάχρονους, πιέζουν τον εαυτό τους να παρακολουθούν κάθε τι καινούργιο για να παραμείνουν και οι ίδιοι επίκαιροι.
Ο Αργύρης Ζήλος δεν ανήκε σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες: συνέχιζε, με σχεδόν βουλιμική μανία, να ακούει ασταμάτητα μουσική: κάθε τι καινούργιο προσπαθούσε να το αποκωδικοποιήσει. Κάθε επανέκδοση που τιμούσε το παρελθόν φρόντιζε να τη βάζει στην ιστορική της διάσταση. «Πάντοτε θα υπάρχουν μυαλά σε κάθε εποχή που, ακούγοντας πράγματα από το παρελθόν τα αναμορφώνουν σε κάτι σημερινό, σε κάτι προσωπικό μεν αλλά με ευρύτερο ενδιαφέρον. Και η ζωή συνεχίζεται». Ακουγε καθημερινά όσο περισσότερους δίσκους μπορούσε, ώστε να εξασφαλίσει πως η άποψή του θα παρέμενε αξιόπιστη, έχοντας κατακτήσει την απαραίτητη, για τον ίδιο, θεώρηση της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, εξασφαλίζοντας έτσι την επάρκεια ενημέρωσης. Καταλάβαινε ότι δεν είχε νόημα απλά να καταθέτει τη γνώμη του, αν πρώτα δεν φρόντιζε να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις. Δεν διεκδικούσε δάφνες αντικειμενικότητας, αντιθέτως αποστρεφόταν τον όρο, αλλά ήθελε η δική του υποκειμενική άποψη να μην είναι απλώς διαισθητική.
Παρόλο που το αδιαμφισβήτητο πάθος του για τη μουσική υποδήλωνε από μόνο του έναν αθεράπευτο ρομαντισμό, ως μουσικοκριτικός είχε φροντίσει από νωρίς να κόψει κάθε συναισθηματικό δεσμό με το αντικείμενο της κριτικής: αρχικά, ποτέ δεν στάθηκε αρνητικά απέναντι στο cd ως μορφολογικό μέσο ακρόασης της μουσικής, αγκαλιάζοντας τον ρετρό συμβολισμό του βινυλίου – αντιθέτως, ισχυριζόταν πως στο cd άκουγε τα πάντα πιο καθαρά. Ακόμη πιο θαρραλέα, δεν δίσταζε λατρεμένους του καλλιτέχνες να τους «πυροβολεί» εξ επαφής, αναγνωρίζοντας αμέσως τα δισκογραφικά τους ατοπήματα, ενώ για τους Ελληνες καλλιτέχνες, που τύχαινε να γνωρίσει προσωπικά μέσα από το δημοσιογραφικό ρόλο του και που κρέμονταν από την πένα του για μια θετική αποτίμηση της δουλειάς τους, αν πίστευε ότι έβγαζαν αδιάφορους δίσκους, δεν κρυβόταν ποτέ πίσω από διπλωματικές διατυπώσεις και χλιαρά κείμενα. Καταδίκαζε, αφόριζε, ειρωνευόταν. Και, φυσικά, δεν ξεχνούσε ότι ο μουσικοκριτικός πρώτα από όλα απευθύνεται, μέσω του γραπτού λόγου, στον αναγνώστη. Ο οποίος αναγνώστης παρακολουθούσε τα κείμενά του επειδή, πρώτα από όλα, είχαν ενδιαφέρον ως ανάγνωσμα.
Ο Αργύρης Ζήλος είχε την παιδεία, τη γλωσσική καλλιέργεια και τη συντακτική φαντασία που απαιτεί κάθε κείμενο που αξιώνει την προσοχή του αναγνώστη. Τα κείμενά του πάντοτε σέβονταν εκείνον που πλήρωνε για να διαβάζει τα περιοδικά «Ηχος & Hi-Fi» (στις Τεχνικές Εκδόσεις του Κώστα Καβαθά), «Ποπ+Ροκ» (στη Μουσικοεκδοτική), Audio και πολλά ακόμη που φιλοξένησαν την υπογραφή του. Και όλα αυτά τα 40 χρόνια που υπηρέτησε ένα επάγγελμα που πρακτικά ποτέ δεν αναγνωρίστηκε στη χώρα μας, δεν πρόδωσε ποτέ τις βασικές αρχές της δημοσιογραφίας ούτε τον αυτοσεβασμό του: στις δεκάδες προτάσεις για συνεργασίες «χωρίς αμοιβή, γιατί είναι δύσκολες οι εποχές», απαντούσε πάντοτε αρνητικά. Και έκανε πολύ καλά: με αυτή τη συνεπή στάση δεν απαξίωσε ποτέ τα κείμενά του ούτε το λειτούργημα του κριτικού.
Πέρα από όλα αυτά, ο Αργύρης Ζήλος είχε αξιοθαύμαστο χιούμορ και μια μόνιμη τάση για αυτοσαρκασμό. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις σύντομες κριτικές του στο «Αθηνόραμα», ειδικά σε δίσκους που ήταν εξαρχής καταδικασμένοι να βγουν νοκ άουτ από τον πρώτο γύρο. Ενδεικτικά, ας θυμηθούμε:
Αντύπας: «Οδηγώ και σε σκέφτομαι» – «έτσι γίνονται τα ατυχήματα».
Ρίτα Σακελλαρίου: «Εγώ η Ρίτα» – «και εγώ ο Ταρζάν!».
Αντί άλλου επιλόγου, μία προσωπική ανάμνηση: έχουμε βγει με μια παρέα για φαγητό στη Γλυφάδα, στα μέρη του, και μας κάνει το τραπέζι. Οσο κυλάει η βραδιά, είναι εμφανές ότι είναι αδιάθετος, ιδρώνει, αρχίζει και πονάει στην κοιλιά, καταλήγει να παραδεχτεί ότι χρειάζεται νοσοκομείο. Πηγαίνουμε όλοι μαζί στα επείγοντα, κάποιος δίνει το όνομά του στην προϊσταμένη, μας ζητούν να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας. Ο ίδιος πλέον υποφέρει, έχει κουλουριαστεί στην καρέκλα του, δεν διαμαρτύρεται όμως.
Κάποια στιγμή, η προϊσταμένη βγαίνει, πιάνει τον πίνακα με τα ονόματα και διαβάζει με δυσκολία τις χειρόγραφες σημειώσεις: «Επόμενος, ο κύριος… Ζήκος;».
Ο Αργύρης Ζήλος βρίσκει κουράγιο, σηκώνεται και της λέει: «Σχεδόν αυτός»…

