Την ημέρα της Blue Monday στις 19 Ιανουαρίου, που χαρακτηρίζεται ως η πιο θλιβερή του χρόνου, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) φρόντισε να μη μας αφήσει να βυθιστούμε στη μουντάδα της. Στο φουαγιέ του μουσείου στήθηκε μια σκηνή, η οποία φιλοξένησε τρεις πειραματικές – μουσικές περφόρμανς.
Νέοι και μεγαλύτεροι έκαναν ουρές στο μπαρ μετά τις 8 το βράδυ για να αγοράσουν το ποτό τους προτού βρουν θέση μέσα στον κόσμο, ο οποίος μετακινούνταν αργά, στον ρυθμό της μουσικής. Η ατμόσφαιρα, με τον χαμηλό φωτισμό και τη χαλαρή διάθεση, θύμιζε περισσότερο ότι βρίσκεσαι σε συναυλία παρά σε μουσείο. Αν κοίταζες ψηλά, από τον πρώτο όροφο ξεπρόβαλλαν κεφάλια επισκεπτών που περιπλανιόνταν στην έκθεση «Why We Look at Animals», σκύβοντας κάθε τόσο προς τα κάτω για να δουν τι συνέβαινε στη σκηνή.
Οι Nika Son, Johnny Labelle και Lucian Moriyama χάρισαν στο κοινό μια βραδιά η οποία μπορεί να μη θύμιζε το περυσινό ανοιξιάτικο πάρτι στην ταράτσα του μουσείου που είχε διοργανωθεί στο πλαίσιο του Athens City Festival, είχε όμως τη δική της ένταση, μέσα σε ένα χώρο ο οποίος συνδέεται συνήθως με τη σιωπή και την περισυλλογή.
Πιο «ανοιχτό»
«Ενα μουσείο σύγχρονης τέχνης μπορεί να επιλέξει να διοργανώσει πάρτι ως στρατηγικό μέσο για να επεκτείνει τον ρόλο του, λειτουργώντας ως κοινωνικός και πολιτιστικός κόμβος γενικότερα. Σε εμάς αυτές οι εκδηλώσεις δεν διοργανώνονται ποτέ μεμονωμένα: αποτελούν πάντα μέρος ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού γεγονότος και παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του μουσείου. Λειτουργούν ως σημείο εισόδου και όχι ως αυτοσκοπός», λέει η διευθύντρια του ΕΜΣΤ Κατερίνα Γρέγου στην «Κ».


Για εκείνη, τέτοιες πρωτοβουλίες ταυτίζονται με ένα πιο «ανοιχτό» μουσείο και συμβάλλουν στη μείωση των φραγμών που ενίοτε κάνουν τους συγκεκριμένους χώρους απόμακρους, ειδικά στους νέους. «Οι εκδηλώσεις αυτές προσελκύουν συχνά επισκέπτες που ενδεχομένως δεν θα είχαν επισκεφθεί τις εκθέσεις ανεξάρτητα. Εισερχόμενοι στο μουσείο, εξοικειώνονται με τον χώρο και τον θεσμό, γεγονός που ενθαρρύνει τη μελλοντική συμμετοχή τους. Το έχουμε δει να συμβαίνει έμπρακτα», συνεχίζει.
Στο Μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή το πιο πρόσφατο πάρτι πραγματοποιήθηκε πέρυσι το καλοκαίρι, στην ταράτσα του μουσείου, με αφορμή τα πέμπτα γενέθλιά του, όπου και παρουσιάστηκε ένα νέο πορτρέτο του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή από τον Cacao Rocks. «Ηταν ένα φρέσκο, νεανικό και ανάλαφρο πάρτι, με dj και κοκτέιλ, αλλά είχε πιο περιορισμένο χαρακτήρα», μας λέει η πρόεδρος του μουσείου Φλερέτ Καραδόντη και σημειώνει ότι το πρώτο πάρτι που είχε πραγματοποιηθεί στο νεοκλασικό της Ερατοσθένους ήταν ανοιχτό στο κοινό, με δελτία εισόδου.
«Οι εκδηλώσεις δεν διοργανώνονται ποτέ μεμονωμένα: αποτελούν πάντα μέρος ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού γεγονότος και παραμένουν συνδεδεμένες με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα», λέει η διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Γρέγου.
«Είμαστε ένα μικρό μουσείο με συγκεκριμένα όρια χωρητικότητας. Επειδή στόχος μας είναι να υποδεχόμαστε πολλές κοινωνικές ομάδες, προσπαθούμε κάθε χρόνο να προσφέρουμε μικρότερες δράσεις που απευθύνονται σε διαφορετικές ανάγκες και ποικίλα ενδιαφέροντα. Η προσέλκυση ενός ευρύτερου κοινού είναι κάτι που επιδιώκουμε καθημερινά, μέσα από το σύνολο των δράσεών μας και λιγότερο μέσα από εκδηλώσεις όπως πάρτι ή δείπνα», προσθέτει.

Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Καραδόντη, οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αντικατοπτρίζουν πλήρως μια σύγχρονη αντίληψη που θέλει τα μουσεία προσβάσιμα σε όλους. «Μπορεί στο παρελθόν τέτοιες δράσεις να θεωρούνταν ασύμβατες με τον παραδοσιακό ρόλο ενός μουσείου, παρότι στο εξωτερικό υλοποιούνται ήδη εδώ και πολλά χρόνια. Πλέον και στην Ελλάδα τα μουσεία προσαρμόζονται, εξελίσσονται και αναζητούν νέους τρόπους για να παραμένουν ζωντανοί, σύγχρονοι και βιώσιμοι οργανισμοί, με ουσιαστική παρουσία στον δημόσιο χώρο», σημειώνει.
Από τον 18ο αιώνα
Από την άλλη πλευρά, ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Γιώργης Μαγγίνης επισημαίνει ότι οι ψυχαγωγικές εκδηλώσεις δεν αποτελούν κάτι νέο για τα μουσεία, αλλά μια πρακτική που υπήρχε ανέκαθεν. «Τόσο ιστορικά, εάν ανατρέξουμε στη δράση τους από την ίδρυση των πρώτων μουσείων τον 18ο αιώνα, όσο και σε επίπεδο αρχών, πρόκειται για ανοιχτούς χώρους μάθησης αλλά και ψυχαγωγίας, μελέτης αλλά και ανθρώπινης επαφής. Είναι στρεβλή η θεώρησή τους ως, τρόπον τινά, καθαγιασμένων χώρων όπου δεν πρέπει να γίνονται κοινωνικά γεγονότα», μας λέει και συνεχίζει αναφέροντας ότι «ένα μουσείο διοργανώνει εκδηλώσεις, δείπνα και πάρτι με (μακάρι!) πολύ χορό, ώστε να φέρει όσο το δυνατόν περισσότερες ομάδες κοινού κοντά σε πτυχές του πολιτισμού στις οποίες έχουν δικαίωμα πρόσβασης, αλλά ίσως να μην τις έχουν προσεγγίσει ακόμη».
Παράλληλα, ο κ. Μαγγίνης δεν παραβλέπει τους πρακτικούς περιορισμούς που αφορούν την ασφάλεια των επισκεπτών, των εκθεμάτων και των κτιρίων, τονίζοντας ότι αυτοί «δεν υπαγορεύονται από κάποιες μεταφυσικές νόρμες, αλλά από τον αυτονόητο σεβασμό προς τον πολιτιστικό χαρακτήρα των μουσειακών ιδρυμάτων».
Για εκείνον, αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι ο ρόλος των μουσείων, αλλά το γεγονός ότι «όλο και περισσότεροι επαγγελματίες του χώρου συνειδητοποίησαν ότι τα μουσεία δεν είναι ελεφάντινοι πύργοι, αλλά δημόσιοι χώροι που καλωσορίζουν, προστατεύουν, τέρπουν και προβληματίζουν δημιουργικά τον κάθε επισκέπτη».
Αντίστοιχες εκδηλώσεις πραγματοποιούνται και στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Από το 2015 έχουν διοργανωθεί, μάλιστα, ψυχαγωγικές εκδηλώσεις που συνδέουν την αρχαιότητα με τη σύγχρονη τέχνη, όπως τα «Cycladic Late Nights». «Στόχος μας είναι να παρουσιάσουμε το πώς οι πολιτισμοί της αρχαιότητας εξακολουθούν να είναι επίκαιροι. Ακόμη θυμόμαστε την τεράστια ουρά στη Βασιλίσσης Σοφίας για το πάρτι της έκθεσης “Πικάσο και Αρχαιότητα”, το 2019. Με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζουμε, λοιπόν, το νεανικό κοινό και προσφέρουμε μια εναλλακτική εμπειρία επίσκεψης», λέει η υπεύθυνη Επικοινωνίας του μουσείου, Λήδα Καρανικολού.

