Από μια άποψη, έπειτα από τόσες υποθέσεις για το θέμα, είχε έρθει η ώρα να μιλήσει και εκείνος. Εξάλλου, στη συνέντευξή του στους κυριακάτικους Times του Λονδίνου, ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν ρωτήθηκε για τα Γλυπτά του Παρθενώνα με τρόπο που του έδινε χώρο για όση σαφήνεια επιθυμούσε. Και ήταν ο αρχισυντάκτης πολιτιστικών της βρετανικής εφημερίδας, Ρίτσαρντ Μόρισον, που αφού εκτίμησε ότι η επιστροφή των Γλυπτών «ως δάνειο» δεν μοιάζει να γίνεται σύντομα πραγματικότητα («παρά τις πυρετώδεις δημοσιογραφικές εικασίες κάθε έξι μήνες περίπου», όπως είπε), έπειτα ρώτησε με χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα: «Είχα γράψει ότι αν επέστρεφαν στην Αθήνα όσο ζω, θα έτρωγα ένα αντίτυπο των Times. Ευτυχώς, αυτή η αλλόκοτη πράξη αυτοτραυματισμού δεν φαίνεται πιο κοντά στο να συμβαίνει, έτσι δεν είναι;».
Μιλούν στην «Κ» ο Πολ Κάρτλετζ , καθηγητής στο Κέμπριτζ , αντιπρόεδρος της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων, και η δικηγόρος Ειρήνη Σταματούδη, καθηγήτρια στο Παν. Λευκωσίας.
«Πάντα έλεγα ότι αυτό είναι το πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα του μουσείου εδώ και 200 χρόνια», απάντησε ο Οσμπορν. «Χρειάζεται επομένως λίγη ταπεινότητα όταν εμφανίζεσαι και λες ότι πρόκειται να το λύσεις. Εξακολουθώ όμως να είμαι αρκετά αισιόδοξος. Αν όλοι προσεγγίσουμε το ζήτημα με ανοιχτό μυαλό, υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης (σ.σ.: «landing zone») που ικανοποιεί τις απολύτως κατανοητές απαιτήσεις του ελληνικού κράτους, καθώς και τις δικές μας απαιτήσεις και τους νόμους μας. Κι αν τα καταφέρουμε, τότε θα έρθουν εδώ κάποια σπουδαία αντικείμενα».
«Αρκετά αισιόδοξος», λοιπόν, ο Οσμπορν. Και με διαφορετικό επικοινωνιακό στυλ, θα λέγαμε, σε σύγκριση με τον Ελληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος στο πρόσφατο συνέδριο «Reimagine Tourism in Greece» της «Κ» έκανε λόγο για ένα «ιδιαίτερα περίπλοκο ζήτημα», αναφορικά με το οποίο «δεν νομίζω ότι έχουμε σημειώσει την πρόοδο που θα ήθελα» και «δεν πιστεύω ότι είμαστε κοντά σε ένα θετικό αποτέλεσμα». Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη είχε επίσης δηλώσει τότε στην «Κ» ότι η επίτευξη συμφωνίας δεν είναι εύκολη.
Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Οσμπορν και Μητσοτάκη, ο Πολ Κάρτλετζ, ομότιμος καθηγητής Ελληνικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και αντιπρόεδρος της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα, λέει στην «Κ» ότι «τα δύο μηνύματα είναι απολύτως αντιφατικά. Ο Οσμπορν», συνεχίζει, «προσπαθεί να παρουσιάσει με θετικό τρόπο το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του, όταν ανέλαβε πρόεδρος –ότι δηλαδή θα έκλεινε μια συμφωνία–, δεν πρόκειται να υλοποιηθεί σύντομα και ίσως να μη γίνει ποτέ. Το σχόλιο του Ελληνα πρωθυπουργού είναι πολύ πιο πιθανό να είναι ακριβές». Κατά τη γνώμη του καθηγητή, το «αγκάθι» στο όλο ζήτημα παραμένει όσο το Βρετανικό Μουσείο ισχυρίζεται ότι τα Γλυπτά του ανήκουν, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει, δικαίως, τον ισχυρισμό. «Δεν υπάρχει τρόπος οι δύο θέσεις να “θολώσουν”», εκτιμά ο κ. Κάρτλετζ και τονίζει ότι «το πρέπον και το ηθικό για το βρετανικό ίδρυμα είναι να επιστρέψει τα Γλυπτά χωρίς όρους, ως “δώρο”, αν θέλουν να το παρουσιάσουν έτσι. Αλλά ο σχετικά νέος διευθυντής του μουσείου (σ.σ.: ο Νίκολας Κάλιναν) δεν δείχνει καθόλου να έχει τέτοια πρόθεση».
Στη Βρετανία, άλλωστε, υπήρξε πρόσφατα μια νομική εξέλιξη που δυσκολεύει τα πράγματα, όπως εξηγεί η δικηγόρος Ειρήνη Σταματούδη, καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Ο λόγος για τον νόμο Charities Act του 2022, που θα μπορούσε να επιτρέψει στα βρετανικά μουσεία να επιστρέφουν αντικείμενα από τη συλλογή τους, σε περίπτωση που υπήρχε «ηθικό ζήτημα» γύρω από αυτά.
«Ωστόσο, τον Νοέμβριο η Βρετανία απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή, εξαιρώντας ρητά από τον νόμο τα 16 μουσεία που χρηματοδοτούνται από το βρετανικό κράτος, μεταξύ αυτών και το Βρετανικό Μουσείο. Αναρωτιέται κανείς για την καλή πίστη των Βρετανών στο ζήτημα. Δυσκολεύουν τον νόμο και διατείνονται ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι γιατί δεσμεύονται από αυτόν. Ταυτόχρονα, επιμένουν ότι το Βρετανικό Μουσείο πρέπει να λάβει τις αποφάσεις ως ανεξάρτητος φορέας, ενώ ταυτόχρονα το εξαιρούν από τον νόμο περί Φιλανθρωπιών, με το επιχείρημα ότι χρηματοδοτείται από το κράτος. Η αντιτιθέμενη αυτή επιχειρηματολογία και τακτική δεν μπορεί παρά να μας προβληματίσει», λέει η κ. Σταματούδη. Κατά τη γνώμη της, μάλιστα, η πρόσφατη συνέντευξη Οσμπορν μπορεί να διαβαστεί και ως εξής: «Φαίνεται ότι ο κ. Οσμπορν αναθεώρησε την άκριτη αισιοδοξία του για άμεση λύση του ζητήματος», τονίζει. «Τα “αγκάθια” των διαπραγματεύσεων δεν φαίνεται να ξεπερνιούνται εύκολα». Η «Κ» απευθύνθηκε στο Βρετανικό Μουσείο, ρωτώντας ποιο θα μπορούσε να είναι το «σημείο σύγκλισης» που ανέφερε ο Οσμπορν στους Times, με δεδομένη την εξαίρεση του ιδρύματος από τον νόμο Charities Act.
Το μουσείο απάντησε με την πάγια θέση του: «Οι συζητήσεις με την Ελλάδα για μια συνεργασία σχετικά με τον Παρθενώνα βρίσκονται σε εξέλιξη και είναι εποικοδομητικές. Πιστεύουμε ότι αυτή η μακροπρόθεσμη συνεργασία θα επιτύγχανε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στη διάδοση των σημαντικότερων αντικειμένων μας ανά τον κόσμο και στη διατήρηση της ακεραιότητας της εξαιρετικής συλλογής που διαθέτουμε».

