Κανονικά, στο αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους οι Onassis Dance Days, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τις 5 έως τις 8 Φεβρουαρίου, το έργο «Nôt» («Νύχτα») της Μαρλένε Μοντέιρο Φρέιτας θα έπρεπε να είχε τη μερίδα του λέοντος. Μιλάμε, άλλωστε, για το βαρύ πυροβολικό του φεστιβάλ σύγχρονου χορού της Στέγης και το μόνο από τα τέσσερα έργα του προγράμματός του που παρουσιάστηκε στην Κεντρική Σκηνή της. Με ραχοκοκαλιά το ρεζουμέ του λογοτεχνήματος «Χίλιες και μία νύχτες» –το ότι η Σεχραζάντ αφηγείται στον Πέρση βασιλιά και σύζυγό της Σαχριάρ παραμύθια χωρίς τέλος για να κερδίσει χρόνο και τελικά τη ζωή της– δύσκολα, πάντως, θα το περιγράφαμε ως παράσταση χορού.
Το αλλόκοτο «Nôt» ήταν σκηνικά και ενδυματολογικά τοποθετημένο σε έναν δυστοπικό χώρο τρέλας και εγκλεισμού. Σε αυτόν κυριαρχούσαν τα σιδερένια, λευκά φιλέ, τα κρεβάτια που παρέπεμπαν σε εφιαλτικό ψυχιατρείο, οι στολές υπηρέτριας, τα «κούκλινα» προσωπεία και το πολύ, κατακόκκινο αίμα. Οικειοποιούμενο την αισθητική των freak shows και των splatter films, με έντονο το στοιχείο της δυνατής, νευρώδους μουσικής (ροκ, ρέγκε, κλασικής), παρουσίαζε περισσότερες υφολογικές συγγένειες με παραστάσεις των Tiger Lillies και το «The Rocky Horror Picture Show» παρά με «πρεστίζ» θεάματα σύγχρονου χορού. Παρότι, λοιπόν, η «in-your-face» τρέλα αυτής της «πανκ όπερας» ήταν ομολογουμένως ξεσηκωτική, σε εμάς μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε το σόλο «Fáe» (στυλιζαρισμένη εκδοχή της προστακτικής «φάε») του Ευθυμίου Μοσχόπουλου, στο -1 της Στέγης. Μέσα στα 45 λεπτά της διάρκειάς του, ο δημιουργός και εκτελεστής του «αλώνισε» τη σκηνή, σαν άνθρωπος και σαν πρόβατο. Η κίνησή του «συνομιλούσε» με ένα βίντεο, στο οποίο αρχικά παρακολουθήσαμε τη γέννηση ενός αμνού και στη συνέχεια τον ίδιο τον Μοσχόπουλο να κάνει τον dj σε ένα τραπέζι στρωμένο με φρούτα και λαχανικά, τα οποία ήρθε για να φάει ένα ποίμνιο από αρνιά. Στις άκρες του σκηνικού χώρου υπήρχαν στοιβαγμένα δέματα με σανό, παράξενα γλυπτά που θύμιζαν φτωχούς συγγενείς των «Σινιάλων» του Takis και πάνω σε αυτά κρεμασμένα χάλκινα κουδούνια. Ολα τους, σε συνδυασμό με μια σειρά από «φθηνά θεατρικά τρικ» –όπως το γκροτέσκο μάσημα ενός μήλου–, έφτιαχναν ένα χορευτικό σύμπαν με προσωπική υπογραφή και χιούμορ. Το έργο, παρότι παρέπεμπε στον απολαυστικό σουρεαλισμό του Ευριπίδη Λασκαρίδη, είχε το στίγμα του δημιουργού του και ως παράσταση πέρα από ολοκληρωμένη ήταν ευχάριστο να την παρακολουθεί κανείς.
Στο -1 παρουσιάστηκε και το «Ode» της Ελενας Αντωνίου, μέσα σε ένα «απερίφραχτο ρινγκ», γύρω από το οποίο μπορούσε κανείς να κινηθεί ελεύθερα. Επρόκειτο για ένα ιδρωμένο ντουέτο ανάμεσα στη δημιουργό του και τη μουσικό Μαρία Σπίβακ, πιο κοντά στην περφόρμανς αρτ παρά στον χορό. Η πειραματική μορφή του, με τις φορτισμένες χειρονομίες (γροθιές, άγγιγμα των γεννητικών οργάνων) και τα χτυπήματα των ποδιών στο έδαφος, δεν είχε θεατρικές κορυφώσεις. Το «(Rest In) Blue» της Κατερίνας Φώτη, πάλι στη Μικρή Σκηνή της Στέγης, ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη, με το δεύτερο να είναι πιο γρήγορο και φιλικό στους θεατές από το πρώτο.

