Είναι το «Sinners» υπερεκτιμημένο;

Η ταινία του Ράιαν Κούγκλερ μέτρησε 16 υποψηφιότητες-ρεκόρ και 4 βραβεία στα Οσκαρ. Τα άξιζε; Απαντούν στην «Κ» τέσσερις δημοσιογράφοι και κριτικοί κινηματογράφου

9' 0" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο,τι και αν επιφυλάσσει το μέλλον για τους «Αμαρτωλούς», η ταινία του Ράιαν Κούγκλερ έχει γράψει ήδη τη δική της ιστορία. Με 16 υποψηφιότητες στα 98α βραβεία Οσκαρ, είναι και επίσημα η ταινία που έχει συγκεντρώσει τις περισσότερες υποψηφιότητες από κάθε άλλη ταινία που έχει διεκδικήσει βραβείο αυτόν τον σχεδόν έναν αιώνα της ιστορίας του θεσμού. 

Από αυτά, το «Sinners», όπως είναι και ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας, κατάφερε να αποσπάσει 4 Χρυσά Αγαλματίδια στην πρόσφατη λαμπερή τελετή των Οσκαρ (Α΄ Ανδρικού Ρόλου, Φωτογραφίας, Μουσικής, Πρωτότυπου Σεναρίου), με το «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Αντερσον να τερματίζει με έξι βραβεία και… να κλέβει τελικά τη δόξα από την ταινία του Κούγκλερ. 

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια συζήτηση που ακόμα πλανάται στον αέρα για το «Sinners»: Αξιζε τόσες υποψηφιότητες; Ηταν μια πραγματικά πρωτότυπη κινηματογραφική πρόταση ή ένα εντυπωσιοθηρικό χολιγουντιανό κατασκεύασμα; Ηταν τελικά μια ταινία υπερτιμημένη; Τέσσερις δημοσιογράφοι και κριτικοί κινηματογράφου αναλαμβάνουν να απαντήσουν στην «Κ». 

Είναι το «Sinners» υπερεκτιμημένο;-1
«Ο Ράιαν Κούγκλερ αποδείχτηκε “αμαρτωλός” επιπέδου Κόπολα», σχολιάζει ο κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Βασιλείου. [Tanweer/Warner Bros.]

Η ύβρις των «Αμαρτωλών» 

του Γιάννη Βασιλείου

Μια από τις μεγαλύτερες αμαρτίες είναι η ύβρη, μια έννοια στενά συνδεδεμένη με την υπέρβαση του μέτρου, με την πεποίθηση του ατόμου ότι μπορεί να αψηφήσει νόμους ανθρώπινους και θείους για να προσεγγίσει τη θέωση, σε πείσμα της ενδεχόμενης τιμωρίας γι’ αυτήν την προσβολή. Από αυτή τη σκοπιά, με το «Sinners» ο Ράιαν Κούγκλερ αποδείχτηκε «αμαρτωλός» επιπέδου Κόπολα. Με τα λεφτά ενός μεγάλου στούντιο και με το πρόσχημα μιας ταινίας είδους, ο Κούγκλερ παρέκαμψε όλα τα «δεν» και τα «μην» της μαρκετίστικης συγκλήτου και έχτισε μια ταινία αταξινόμητη, με ενωτικό παράγοντα τη μουσική, που κάμπτει τον πραγματικό χρόνο και ενώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον με τρόπο αδύνατο να εννοήσει ο ορθολογιστικά εκπαιδευμένος νους μας. 

Το «Sinners» είναι ένα χωνευτήρι ειδών, λαών, ανθρώπων, ήχων και σωματικών υγρών – από το «Batman Returns» είχαμε να δούμε τόσο ερεθισμένη στουντιακή υπερπαραγωγή. Είναι απρόβλεπτο, απρόθυμο να προσφύγει στη μονοσήμαντη παραβολή του επονομαζόμενου elevated horror και ανεκτίμητο για όσους εκτίμησαν τη ζωή μέσα στο «Cotton Club» του Κόπολα, όπου κάθε τραπέζι έμοιαζε να έχει τη δική του ιστορία, όπως εδώ κάθε ζευγάρι που χορεύει φαίνεται να σιγοτραγουδά το δικό του μπλουζίστικο άσμα. Κι αν η κριτική στάθηκε στο πλευρό της ταινίας, γλιτώνοντας, όπως αρκετές φορές στο παρελθόν, έναν «αμαρτωλό» από την Ιερά Εξέταση του κινηματογραφικού κομφορμισμού, αυτή τη φορά και ο όχλος στο Κολοσσαίο των multiplex δεν θέλησε να ρίξει τον αυτοκράτορα στα λιοντάρια, αλλά, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ζητωκραύγασε μαζί της.

Αν είναι υπερεκτιμημένο το «Sinners» δεν ξέρω, αφήστε που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συλλογιστική οδός προς το σχετικό συμπέρασμα συνήθως συνοψίζεται στο «εμένα δεν μου άρεσε, δεν καταλαβαίνω γιατί το αποθεώνουν, άρα είναι υπερεκτιμημένο» – και ποτέ καμία σοβαρή κουβέντα για οτιδήποτε δεν ξεκίνησε έτσι. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ακόμα μεγαλύτερη αμαρτία από την (κινηματογραφική) ύβρη, θα είναι αν κάποτε χάσουμε τους «υβριστές», σαν τον Ράιαν Κούγκλερ.

Ο Γιάννης Βασιλείου είναι κριτικός κινηματογράφου και επιμελήτής προγράμματος στο Cinobo. 

Αμάρτησε μαζί τους και έλα 

του Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλου 

Δεν ξέρω τι καινούργιο μπορεί να ειπωθεί για να πείσει για την καλλιτεχνική αξία των «Αμαρτωλών» και για το πολιτισμικό αποτύπωμα που ήδη φαίνεται πως έχουν αφήσει στην αμερικανική, τουλάχιστον, ποπ κουλτούρα. Κυρίως γιατί με έχει κουράσει η συζήτηση περί «υπερτιμημένου» να ξεκινά από ανθρώπους που αρνούνται, αφενός, να συμβιβαστούν με το γεγονός πως κάτι που δεν είναι του γούστου τους είχε απήχηση. Αφετέρου, οι ίδιοι συνήθως είναι οι πρώτοι που βιάζονται να ερμηνεύσουν την όποια επιτυχία με όρους ικανοποίησης κάποιας ατζέντας, ενός αφανούς πολιτικού λόγου που μπορεί να εξηγήσει γιατί μια ταινία έκανε περισσότερα από 370 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως στους κινηματογράφους. Αποκλείεται να την έχει γουστάρει ο κόσμος ρε παιδί μου, αυτοί εκεί της Ακαδημίας τα μαγειρεύουν «όπως πάντα».

Δεν θυμάμαι την ίδια πρεμούρα να κατακλύζει αυτόν τον κόσμο στο πρόσφατο παρελθόν, όταν διεκπεραιωτικές παραγωγές που ελάχιστοι θυμόμαστε σήμερα, όπως το «Πράσινο Βιβλίο» (Πίτερ Φαρέλι, 2018) ή το «Spotlight: Ολα στο Φως» (Τομ Μακάρθι, 2015), κέρδιζαν το Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Παρεμπιπτόντως, το πολύ τρυφερό πλην απλώς συγκινητικό «CODA» (Σίαν Χέντερ, 2021) σας λέει τίποτα; Οχι, ε; Ε και αυτό το κορυφαίο Οσκαρ έχει αποσπάσει, να το δείτε στο Apple TV+ άμα δεν έχει «κατέβει». Εν τω μεταξύ, φανταστείτε να είχαν κερδίσει κιόλας οι «Αμαρτωλοί» περισσότερα βραβεία ή όντως το καλύτερης ταινίας. Στην πραγματικότητα, η Ακαδημία μοίρασε τις δάφνες της μεταξύ αυτού και του «Μια μάχη μετά την άλλη» με τρόπο που σήμερα βγάζει νόημα. Και το πιο σημαντικό, συζητάμε για δύο ταινίες που δεν χορταίνεις να τις βλέπεις στο σινεμά και ο κόσμος δεν θα ξεχάσει σύντομα.

Ο Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος είναι κριτικός κινηματογράφου στο klik.gr.

«Από το σούρουπο ώς την αυγή» του αφροαμερικανικού φολκλόρ

του Ακη Καπράνου 

Δεν ήξερα πολλά μπαίνοντας στη δημοσιογραφική προβολή του «Sinners», αλλά ένιωσα πολύ γρήγορα στο στοιχείο μου καθώς όλα μου έμοιαζαν πολύ γνώριμα. Διασκέδασα αρκετά κιόλας με την ταινία, που έκρινα πως «πατά» γερά πάνω στο μοντέλο μιας άλλης παλαιότερης ονόματι «Από το σούρουπο ώς την αυγή», σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ και σενάριο Κουέντιν Ταραντίνο όπου μια ομάδα χαρακτήρων παγιδεύονται σε ένα μπαρ ζωντανής μουσικής που το μανατζάρουν… βρυκόλακες.

Πέρασα καλά και με τη μουσική, δεν λέω, αλλά ποτέ δεν αισθάνθηκα μια κάποια επιπλέον «βαρύτητα». Ισως επειδή οι μύθοι των βρυκολάκων έχουν μικρή σχέση με τις πραγματικές μεταφυσικές δοξασίες της Νέας Ορλεάνης, όπου πρωταγωνιστούν τα ζόμπι και οι τελετές βουντού. Η σύνδεση του τόπου αυτού με τα βαμπίρ προκύπτει μεν στην ποπ κουλτούρα, αλλά γι’ αυτό ευθύνεται το «The Vampire Chronicles» της (κατάλευκης) Αν Ράις, όχι το αφροαμερικάνικο φολκλόρ. Οχι πως δεν υπάρχει κινηματογραφικό προηγούμενο πέραν του κάπως κωμικού «Blacula» του 1972: Το «Ganja and Hess» που γύρισε ο Μπιλ Γκαν την αμέσως επόμενη χρονιά, παραμένει ένα αξεπέραστο αριστούργημα με ρίζες βαθιές, φορτωμένο με σημάνσεις ουσιαστικές. Ομως ποτέ δεν βρήκα και τόσα πολλά επίπεδα στο «Sinners» (που το ξανάδα για να βεβαιωθώ), ώστε να εξηγήσω τον έρωτα της αμερικάνικης κριτικής ή τις υποψηφιότητές του. Αλλά δεν έπεσα και από τα σύννεφα. Είναι η εποχή τέτοια: η επιφάνεια, κι ό,τι δηλώνεις, κερδίζει πάντα τις εντυπώσεις. 

Ο Ακης Καπράνος είναι κριτικός κινηματογράφου στη Ναυτεμπορική. 

Είναι το «Sinners» υπερεκτιμημένο;-2
Σε αντίθεση με άλλες ταινίες που συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον των Οσκαρ τις προηγούμενες χρονιές, οι «Αμαρτωλοί» για τον Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο είναι μια ταινία που δεν θα ξεχάσουμε εύκολα. [Tanweer/Warner Bros.]

Η σύγχυση της αμαρτίας

του Θοδωρή Λέννα

Ισως ακούγεται σινε-ναρκισσισμός ή εμμονή, αλλά –όσο με θυμάμαι να παρακολουθώ εξ αποστάσεως τα των βραβείων– έχω διαμορφώσει την άποψη ότι τα Οσκαρ, παρότι δήθεν μυθολογικά «εκ φύσεως», στον 21ο αιώνα μάλλον αποτελούν την πιο βαριά «αντι-μυθολογική» ταφόπλακα για την εκάστοτε ταινία που βραβεύουν. Εξαιρούνται περιπτώσεις όπως το «Artist» ή το «King’s Speech» που έτσι κι αλλιώς θα βυθίζονταν στη λήθη.

Με αυτή την έννοια το «Sinners» είχε κατά μια έννοια την τύχη να μην κερδίσει στις μεγάλες κατηγορίες της Καλύτερης Ταινίας και της Σκηνοθεσίας. Ας ελπίσουμε το «Μια μάχη μετά την άλλη» να μείνει στον χρόνο – σίγουρα όχι ως η σπουδαιότερη ταινία του Πολ Τόμας Αντερσον, αλλά τουλάχιστον ως η πιο εύστοχη και αναγκαία της ταραχώδους εποχής που διανύουμε.

Η οσκαρολογία, γενικά, λίγο αφορά το σινεμά. Αντίθετα, ναρκοθετεί τη συζήτηση γύρω από το σινεμά. Είναι γκόσιπ, μόδα, «πολιτική» και φυσικά… σινε-ρεπορτάζ αυτή η μάστιγα. 

Στην περίπτωση των «Αμαρτωλών» (ναι, η ελληνική λέξη θα είχε κι αυτή την καλτ αξία της παρότι ακριβής μετάφραση) το «πρόβλημα» ξεκίνησε όταν το φιλμ του Ράιαν Κούγκλερ απέσπασε αριθμό-ρεκόρ υποψηφιοτήτων. Κάτι που πριν δίχαζε, προκαλούσε εντάσεις, ενστάσεις και διαφωνίες στο –διευρυμένο στην προκειμένη περίπτωση– οικοσύστημα της σινε-κοινότητας, σε μια μόνο στιγμή, διά της οσκαρολογίας, οριοθετήθηκε. Εγινε «αντιρατσιστικό μιούζικαλ τρόμου», «θεαματική παραγωγή», «ταινία-φαινόμενο». Η μάστιγα, δηλαδή, του συμβατικού απωθητικού «σινε-ρεπορτάζ» που αναφέραμε παραπάνω ηγεμόνευσε και ο πραγματικός διάλογος για την ταινία κάπου εκεί σταμάτησε.

Ως προς τη φιλμική ανάμνησή μου για τους «Αμαρτωλούς», πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που απολαμβάνεις να «ρουφάς» σινεμά στη μεγάλη οθόνη. Αμετροεπές και ανισόρροπο σινεμά, αλλά άφοβο. Νιώθεις πως και ο ίδιος ο Κούγκλερ, μαζί με το συνεργείο, χοροπήδαγαν στο πλατό όταν γύριζαν την πιο μεθυστική, μουσική σκηνή της βαμπιρικής βραδιάς-ντελίριο στο τζαζ κλαμπ. Αντίστοιχα, με τον ίδιο τρόπο «μπερδεύτηκαν» εκστασιασμένοι στην εκτέλεση του -ή μάλλον- των επιλόγων της ταινίας. Η «αμαρτία» και οι «αμαρτωλοί» πάντα προκαλούν σύγχυση. Και σίγουρα δεν τους πάει η οσκαρολογία και οι ηθικολογικοί κώδικες του κόκκινου χαλιού. 

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για το «Sinners»

της Ελένης Τζαννάτου 

Είναι μια ταινία που παίρνει τα είδη και τα συστέλλει και τα διαστέλλει έτσι ώστε να αρθρώσει μια δική του γλώσσα. Οι «Αμαρτωλοί» του Ράιαν Κούγκλερ είναι μια μετα-αποκαλυπτική ταινία με ζόμπι, ένα μπλουζ μιούζικαλ που ξέβρασε το Δέλτα του Μισισιπή, μια παραβολή -και αντιπαραβολή- του κόσμου των μαύρων απέναντι σε αυτόν των λευκών. Και μαζί είναι κάτι πέρα από αυτά. Ενα ψυχωμένο υπερθέαμα που οφείλει μεγάλο μέρος της επιτυχίας του στο ότι καταφέρνει να κάνει τα τεχνικά, χολιγουντιανά του κατορθώματα να μοιάζουν ως κάτι πολύ πιο πούρο, καλλιτεχνικό, αληθινό.

Είναι επίσης μια ταινία που αναμφίβολα σαγηνεύει την ώρα που προβάλλεται στο κινηματογραφικό πανί ακόμα και αν, μιλώντας εκ προσωπικής πείρας, εξατμίζεται ελαφρώς με το πέρασμα του χρόνου και μένεις να τη θαυμάζεις παρά να συνδέεσαι μαζί της. Οι «Αμαρτωλοί» κατάφεραν και το οξύμωρο να υπερκαλυφθούν σχεδόν από το ίδιο το ρεκόρ του των 16 υποψηφιοτήτων Οσκαρ που απέσπασαν. Ηταν «σκάνδαλο» που ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν «πήρε» το Οσκαρ από τον #cancelled Τιμοτέ Σαλαμέ; Ηταν το «Sinners» μια ταινία ερμηνειών που να δικαιολογεί υποψηφιότητες σε καθεμία από τις σχετικές κατηγορίες (όπως αντίστοιχα ήταν άραγε και το «Τα πάντα όλα» με το οποίο είδαμε να συμβαίνει κάτι αντίστοιχο); Ισως η απάντηση στα παραπάνω να είναι όχι αλλά μην τρελαινόμαστε μιας και η ταινία δεν έφυγε από τη μεγάλη βραδιά με κάποιο φοβερά παράλογο βραβείο: βραβεύτηκε η μουσική του «τρομερού παιδιού» Λούντβιχ Γκόρανσον, η ωραιότατη φωτογραφία της Οτομν Ντουράλντ Αρκαπο και το αν μη τι άλλο ευρηματικό σενάριο του Κούγκλερ. 

Ενα σύστημα που μετρά την κινηματογραφική αριστεία με Χρυσά Αγαλματίδια ούτως ή άλλως αυτοακυρώνεται, όταν απέναντι στις 16 (ή όσες) υποψηφιότητες του (όποιου, καλού) «Sinners» υπήρξε λόγου χάρη ένας Αλφρεντ Χίτσκοκ που δεν βραβεύτηκε ποτέ από την Αμερικανική Ακαδημία. Επομένως, τέτοιες συζητήσεις λένε τελικά περισσότερα για το καθεστώς που διέπει τα μεγάλα κινηματογραφικά βραβεία (που προκαλούν απανωτά χασμουρητά μοιράζοντας πλέον όλα την πίτα στις ίδιες πέντε ταινίες κάθε χρόνο) και τον σοσιαλμιντιακό/καφενειακό τρόπο που έχουμε ενστικτωδώς αναπτύξει για να αντιδρούμε σε καθετί, παρά για την εκάστοτε ταινία. Κοινώς, το «Sinners» είναι μια χαρά και όλοι θα συμφωνούσαμε σε αυτό ευκολότερα αν αυτό το 16 δεν αποτελούσε ένα φράγμα που αυτομάτως μεταφράζεται με ενός είδους κορυφή ή αν τέλος πάντων, δεχόμασταν πως δεν χρειάζεται να αρέσουν όλα σε όλους. Για την ώρα, ας συμφωνήσουμε πως τα βραβεία και οι λίστες είναι κυρίως μηχανισμοί που ανεβάζουν κλάση τους εμπλεκόμενους και ανοίγουν συζητήσεις για εμάς τους υπόλοιπους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT