Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026): Κάθε ερμηνεία του ήταν και μια «αποκάλυψη»

Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026): Κάθε ερμηνεία του ήταν και μια «αποκάλυψη»

Ο σπουδαίος Ρόμπερτ Ντιβάλ, αφοσιωμένος στην «αλήθεια της συμπεριφοράς», σφράγισε με το μωσαϊκό ρόλων που υποδύθηκε μια εμβληματική παρουσία 70 χρόνων

4' 41" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του, το 1962, ενσάρκωσε τον Αρθουρ «Μπου» Ράντλι στο «To Kill a Mockingbird» («Σκιές και σιωπή»), την οσκαρική μεταφορά του μυθιστορήματος της Χάρπερ Λι. Ο εμβληματικός ρόλος γεννήθηκε ύστερα από αποχή έξι εβδομάδων από το φως, με την απόκοσμη ωχρότητά του και τα λευκά του μαλλιά να ενισχύουν τη σιωπηλή, επιβλητική παρουσία του, αναδεικνύοντάς τον ως έναν δεξιοτέχνη της σιωπηλής δύναμης. Αυτή η αφοσίωση στην «αλήθεια της συμπεριφοράς» σφράγισε μια πορεία επτά δεκαετιών και περισσότε-ρων των 140 ρόλων.

Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ άφησε την τελευταία του πνοή ειρηνικά στο σπίτι του στη Βιρτζίνια, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της ζωής του στα 95 του χρόνια. «Εφυγε στα 95 του – και όμως ήταν ακόμη νωρίς», έγραψε ένας θαυμαστής του. Γεννημένος στο Σαν Ντιέγκο το 1931, μεγάλωσε υπό την επιρροή του υποναυάρχου πατέρα του, συμβόλου καθήκοντος και πειθαρχίας. Οι συνεχείς μεταθέσεις της οικογένειας και οι ρίζες της μητέρας του από το Τέξας τον έφεραν σε επαφή με ένα μωσαϊκό από τοπικές προφορές. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών παρατηρούσε τους ανθρώπους, μιμούμενος με ακρίβεια τις συμπεριφορές τους.

Μετά την αποφοίτησή του από το Principia College το 1953, όπου σπούδασε πολιτικές επιστήμες και Ιστορία, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Τζόρτζια και αργότερα, ως τεχνικός ασυρμάτων, κατά την περίοδο του πολέμου της Κορέας. Εκεί μελέτησε την τραχύτητα και τη λακωνικότητα ανδρών που δοκιμάζονταν σε οριακές καταστάσεις, χτίζοντας μια δεξαμενή από χειρονομίες και σιωπές, που θα εργαλειοποιούσε αργότερα στην υποκριτική καριέρα του.

Το φθινόπωρο του 1955, η άφιξη στη Νέα Υόρκη τον έφερε στη σχολή Neighborhood Playhouse. Ο δάσκαλός του, ο επιδραστικός Σάνφορντ Μάισνερ, του μετέδωσε την «πραγματικότητα της πράξης» και, διακρίνοντας το χάρισμά του, έκανε μια μεγάλη δήλωση: «Υπάρχουν μόνο δύο ηθοποιοί στην Αμερική. Ο ένας είναι ο Μπράντο και ο άλλος ο Ντιβάλ».

Η ζωή στην πόλη ήταν σκληρή. Μαζί με τους επίσης «πρωτάρηδες» Ντάστιν Χόφμαν και Τζιν Χάκμαν μοιράστηκε τη φτώχεια του Hell’s Kitchen, μιας τότε εργατικής και κακόφημης γειτονιάς του Μανχάταν, όπου εργάστηκε στη νυχτερινή βάρδια του ταχυδρομείου, έπλυνε πιάτα και δούλεψε ως κούριερ. Η πρώτη του καλλιτεχνική ευκαιρία ήρθε στο θέατρο Gateway Playhouse, όπου ενσάρκωσε τον Εντι Καρμπόνε στο «Ψηλά από τη γέφυρα» του Αρθουρ Μίλερ. Ο ρόλος του τραγικού λιμενεργάτη που συνθλίβεται από τα πάθη του ήταν η πρώτη απόδειξη της ικανότητάς του να προσδίδει βάθος σε ανθρώπους του μόχθου.

Το 1972, η συνεργασία με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα στον «Νονό» τον εκτόξευσε στην παγκόσμια αναγνώριση. Ως Τομ Χάγκεν, ο υιοθετημένος «Ιρλανδός» κονσιλιέρε, ξεδίπλωσε μια άσκηση υποκριτικής ακρίβειας. Επρεπε να πείσει ως ο μοναδικός μη Ιταλός της οικογένειας, στηριζόμενος στην απόλυτη οικονομία των μέσων και, με χειρουργική ψυχραιμία, λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στις γενιές και στο εκρηκτικό ταμπεραμέντο των Κορλεόνε.

Η συνεργασία με τον Κόπολα συνεχίστηκε το 1979 στο μνημειώδες «Αποκάλυψη τώρα», όπου ως αντισυνταγματάρχης Μπιλ Κίλγκορ έγινε η μορφή που συμπύκνωσε τον παραλογισμό του πολέμου. Η θρυλική ατάκα για τη ναπάλμ, που «μυρίζει σαν νίκη», λειτούργησε ως δήλωση που μετέτρεπε τη μάχη σε σουρεαλιστικό θέαμα, διατάζοντας βομβαρδισμούς υπό τους ήχους Βάγκνερ. Την ίδια χρονιά, στον «Μεγάλο Σαντίνι», ενσάρκωσε τον Μπουλ Μίτσαμ, έναν αυταρχικό πιλότο των πεζοναυτών. Ο Ντιβάλ απέδωσε με ανατριχιαστική ακρίβεια έναν πατέρα που διοικούσε την οικογένειά του σαν στρατιωτική μονάδα, μια ερμηνεία που του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου.

Η δικαίωση ήρθε το 1983 και τις «Τρυφερές σχέσεις», με τον ρόλο του Μακ Σλετζ –ενός ξεπεσμένου και αλκοολικού σταρ της κάντρι, που αναζητάει τη λύτρωση σε ένα απομονωμένο βενζινάδικο του Τέξας– να του χαρίζει το Οσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου. Ο Ντιβάλ προετοιμάστηκε οδηγώντας εκατοντάδες μίλια στην αμερικανική ύπαιθρο για να ηχογραφήσει τοπικές προφορές, ενώ επέμεινε να τραγουδήσει ο ίδιος τα κομμάτια της ταινίας, πιστός στην αρχή του πως «ένα δράμι συμπεριφοράς αξίζει όσο ένας τόνος ιδεών».

Η σύνδεσή του με τον αμερικανικό Νότο συνεχίστηκε το 1989 στο «Lonesome Dove», μια μίνι σειρά του δικτύου CBS που αφηγήθηκε μια επική οδύσσεια: τη μεταφορά ενός τεράστιου κοπαδιού από τα σύνορα του Μεξικού μέχρι τη Μοντάνα, ένα ταξίδι επιβίωσης 4.000 χιλιομέτρων σε απάτητα εδάφη. Πρωταγωνιστές ήταν οι Τέξας Ρέιντζερς, το επίλεκτο σώμα που εκπροσωπούσε τον μοναδικό νόμο στην Αγρια Δύση. Στον ρόλο του Γκας ΜακΚρέι, ο Ντιβάλ συνέθεσε έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα, έναν φλύαρο φιλόσοφο που ήταν ταυτόχρονα σκληροτράχηλος πολεμιστής.

Το 1997 κέρδισε το πιο ριψοκίνδυνο στοίχημα της καριέρας του με τον «Απόστολο». Επί δεκαπέντε χρόνια, τα μεγάλα στούντιο απέρριπταν το σενάριό του, θεωρώντας ότι η ιστορία ενός αμφιλεγόμενου ιεροκήρυκα στον Νότο δεν είχε εμπορικό ενδιαφέρον. Εκείνος όμως βάζοντας το χέρι στην τσέπη και δίνοντας 5 εκατ. δολάρια από την προσωπική του περιουσία, ανέλαβε σκηνοθεσία και σενάριο. Η δικαίωση ήρθε με διθυραμβικές κριτικές και μία ακόμη υποψηφιότητα για Οσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου.

Στα τέλη των ’90s, σε ένα ταξίδι του στην Αργεντινή, βρήκε το επόμενο μεγάλο πάθος του: το τάνγκο. Εκεί γνώρισε τυχαία στον δρόμο τη Λουσιάνα Πεντράζα, την Αργεντινή ηθοποιό που έγινε η μετέπειτα σύζυγός του και συμπρωταγωνίστριά του στο «Assassination Tango» (2002), που έγραψε και σκηνοθέτησε, μια ιστορία ενός πληρωμένου εκτελεστή που γοητεύεται από τον κόσμο του τάνγκο. Στις τελευταίες δεκαετίες, επέλεξε ρόλους που καθρέφτιζαν τη σοφία της ηλικίας του. Η ερμηνεία του στον «Δικαστή» (2014) τον έκανε τον γηραιότερο υποψήφιο για Οσκαρ Β΄ ανδρικού ρόλου στην Ιστορία έως τότε. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Βιρτζίνια, όπου χόρευε τάνγκο σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα, ενώ έγινε δεινός ιππέας.

Πέρυσι, όταν ο Τομ Κρουζ έλαβε το τιμητικό Οσκαρ στα Governors Awards για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο, ο Ντιβάλ έγραψε στο προφίλ του στο Facebook: «Τομ, συγχαρητήρια – το αξίζεις. Δουλεύοντας μαζί σου ήταν πάντοτε απόλαυση. Είσαι μοναδικός». Ενας θαυμαστής του συνόψισε: «Ο Τομ Κρουζ όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Ρόμπερτ Ντιβάλ».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT