Ενας άνδρας, καθισμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, κρατά στην αγκαλιά την αρτιμελή παρτενέρ του· χορεύουν μαζί στριφογυρίζοντας, ενώ τα πρόσωπά τους εκπέμπουν ευτυχία. Ενας άλλος, πιο νεαρός άνδρας φτάνει με τη βοήθεια ενός περιπατητήρα (rollator) σε κάποιο πάρτι. Γύρω του όμορφες κοπέλες. Φλερτάρει, χορεύει, ακόμη κι αν φανερά όλο αυτό απαιτεί από εκείνον παραπάνω προσπάθεια. Θέλει να ζήσει όσα ζουν και οι υπόλοιποι συνομήλικοί του. Αλλού, ένα γυμνό γυναικείο κορμί, ανάπηρο και αυτό, συστρέφεται, τεντώνεται, βυθίζεται τελικά στη λυτρωτική χαλάρωση που ακολουθεί τον οργασμό. Υπάρχουν αρκετές εικόνες, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ταμπού», στο «Από τι είμαστε φτιαγμένοι», το καινούργιο ντοκιμαντέρ του Σιαμάκ Ετεμάντι, που κυκλοφορεί στις αίθουσες. Οσο ωστόσο το παρακολουθείς, τόσο βυθίζεσαι σε μια εμπειρία που μοιάζει πολύ πιο «πραγματική» από την τεχνητή πραγματικότητα της προκατάληψης και των στερεοτύπων.
«Το θέμα της ερωτικής επιθυμίας (…) στο πλαίσιο των ατόμων με αναπηρία αποκτά προφα- νώς άλλη διάσταση· γι’ αυτό και αποφασίσαμε να μιλήσουμε ντόμπρα και με κέφι, όχι μίζερα».
Ο Ιρανός κινηματογραφιστής, ο οποίος ζει και δουλεύει εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα, άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις με το μυθοπλαστικό «Pari» του 2020. Εδώ ωστόσο επέλεξε να κάνει κάτι πολύ διαφορετικό, παίρνοντας αφορμή από τη γνωριμία του με τον Αρη –τον… χορευτή του πάρτι–, έναν τετραπληγικό φοιτητή ψυχολογίας, ο οποίος ξεκινάει την πτυχιακή του εργασία γύρω από τα στερεότυπα που αφορούν τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρία. «Οντως οι μυθοπλαστικές ταινίες μου είναι αρκετά διαφορετικές, όμως αυτό το θέμα του έρωτα και της ερωτικής επιθυμίας που μας κινητοποιεί είναι από εκείνα που με απασχολούν. Οταν το δεις στο πλαίσιο των ατόμων με αναπηρία, αποκτά προφανώς άλλη διάσταση γι’ αυτό και αποφασίσαμε να μιλήσουμε ντόμπρα και με κέφι, όχι μίζερα – ήταν καιρός να ανοίξει αυτό το θέμα και να σπάσει το ταμπού», μας λέει ο Ετεμάντι. Ηδη από τα πρώτα λεπτά του ντοκιμαντέρ αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό απευθύνεται εξίσου σε αρτιμελείς και ΑμεΑ θεατές – όχι θεωρητικά, αλλά επί της ουσίας. «Από τις κουβέντες που κάναμε με τον Αρη και τους υπόλοιπους συνεργάτες μας, αισθανθήκαμε ότι το θέμα είναι πιο ώριμο πλέον ώστε να ανοίξει. Επιπλέον, όλο και περισσότερες ομάδες και συλλογικότητες αναπήρων παίρνουν πρωτοβουλίες, διεκδικούν και συμμετέχουν πιο δυναμικά στην κοινωνική ζωή. Αυτοί βασικά ανοίγουν τον δρόμο, εμείς απλώς παίζουμε ένα μικρό ρόλο. Παρόλο που υπάρχει αρκετή πληροφορία, για μένα η ταινία, ακόμη και ένα ντοκιμαντέρ, προορίζεται να συγκινήσει τον κόσμο, όχι να τον διδάξει».

Πράγματι, το «Από τι είμαστε φτιαγμένοι», με τα τρία κεφάλαια που τιτλοφορούνται «Σώμα», «Ψυχή» και «Πνεύμα», αντιμετωπίζει συνολικά το θέμα, καταφέρνοντας παράλληλα να συγκινήσει αβίαστα. Πόσα άτομα με αναπηρία όμως θα φτάσουν μέχρι το σινεμά για να τη δουν; «Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια ταινία για τον έρωτα. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές είναι ανάπηροι και άλλοι όχι. Τον θεατή, ανάλογα και με τη φάση που είναι στη ζωή του, μπορεί να τον αφορά περισσότερο ή λιγότερο. Αν μιλήσουμε για ένα κοινό αμιγώς ΑμεΑ, βασικό ζήτημα είναι ότι ζούμε σε μια πόλη που δεν είναι καθόλου φιλόξενη γι’ αυτά τα άτομα. Συχνά η διαδικασία τού να φτάσεις στο σινεμά ή στο θέατρο είναι τρομερά δύσκολη. Επίσης, έχει σημασία να υπάρχει μια σοβαρή γκάμα ταινιών για να επιλέξει κάποιος. Για παράδειγμα η δική μας ταινία διαθέτει φωνητική περιγραφή και είναι καθολικά προσβάσιμη, ωστόσο μπορεί ένα ανάπηρο άτομο να μη θέλει να παρακολουθήσει ένα τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ, αλλά μια χολιγουντιανή ταινία. Απλώς να χαλαρώσει όπως όλοι οι υπόλοιποι. Πρέπει να μπορεί να το κάνει», απαντάει ο Ετεμάντι.


Φτάνοντας και στους «πρωταγωνιστές» του φιλμ, αυτοί εύκολα ξεχωρίζουν ανάμεσα σε όσους ζουν εκ γενετής με την όποια αναπηρία, όπως ο Αρης, και εκείνους που τους συνέβη κάτι στην πορεία, σαν τη γνωστή αυτοσχεδιαστική κωμικό Κατερίνα Βρανά. «Αν έχεις γεννηθεί με μια σωματική βλάβη, έχεις περισσότερο χρόνο να αποδεχθείς το σώμα σου, να βρεις πώς λειτουργεί κ.τ.λ. Αντιθέτως, είναι πολύ πιο δύσκολο για κάποιον που του συμβαίνει ξαφνικά· βλέπεις ανθρώπους να περνούν μεγάλο διάστημα κατάθλιψης και να “αποσύρονται”. Από την άλλη, ο αγώνας να δεχθούμε το σώμα μας, την εμφάνισή μας και να χτίσουμε κάποια αυτοπεποίθηση ισχύει για όλους μας, είτε ΑμεΑ είτε όχι. Αυτή για εμένα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αφετηρία σκέψης».
Μία από τις πιο συγκινητικές καταθέσεις στο φιλμ κάνει ο Δημήτρης Ζώρζος, ο πρώτος επαγγελματίας σεξουαλικός βοηθός στην Ελλάδα, ο οποίος μιλάει για την εμπειρία της δουλειάς με ΑμεΑ, με έναν τρόπο που καταργεί στην πράξη στερεότυπα και προκαταλήψεις. Ο Ετεμάντι καταγράφει το συγκεκριμένο κεφάλαιο με τρόπο εφευρετικό, ευαίσθητο – από τη μία σέβεται απολύτως την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και από την άλλη, διατηρεί τον υφέρποντα αισθησιασμό της σκηνής. «Ο τρόπος μου είχε άμεση σχέση με όσα καινούργια άκουγα και μάθαινα. Βασικά είναι αυτό που λέει ο Δημήτρης: πολύ συχνά όταν βρισκόμαστε σε μια ερωτική κατάσταση, έχουμε στο μυαλό μας ένα συγκεκριμένο σενάριο, κακογραμμένο μάλιστα, αφού σχετίζεται με την πορνογραφία – αυτό μας καταστρέφει την ερωτική απόλαυση και τη σύνδεση με τον άλλο. Είναι μια φτιαχτή εικόνα, η οποία μας εγκλωβίζει», σημειώνει ο ίδιος και πηγαίνει παρακάτω: «Η ερωτική επιθυμία, με την πολύπλευρη σημασία της λέξης, δεν σταματάει. Θέλαμε να αισθανθεί ο θεατής την ερωτική διάθεση ενός ανάπηρου ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει να δεις το “πώς” κάνει κάποιος έρωτα, πώς τα καταφέρνει δηλαδή, σαν να είναι αντικείμενο παρατήρησης από την κλειδαρότρυπα. Το αποφεύγουμε αυτό».
Οταν τον ρωτάμε τι από όσα είδε, έμαθε και γνώρισε σε όλη αυτή τη διαδικασία δημιουργίας του ντοκιμαντέρ, που διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια, του έκανε περισσότερη εντύπωση, ο Σιαμάκ Ετεμάντι μοιάζει αρκετά σίγουρος: «Πρώτη φορά έκανα ντοκιμαντέρ και για εμένα ανοίχτηκε ένας μαγικός κόσμος, παρόλο που με φόβιζε αρχικά. Το γεγονός ότι καταπιάνεσαι με την πραγματική ζωή, είσαι εκεί και παρατηρείς, ήταν τεράστιο μάθημα. Η γνωριμία μου με αυτούς τους ανθρώπους –ακόμη και αυτούς που δεν εμφανίζονται στην ταινία– με άλλαξε. Το γεγονός ότι αυτά τα άτομα έχουν ένα διαφορετικό ρυθμό, είτε κατ’ ανάγκην είτε λόγω διαφορετικών εμπειριών ζωής, σου ανοίγει ένα παράθυρο διαφορετικής αντίληψης, αναγκαίο και χρήσιμο στην εποχή μας νομίζω. είναι ένας ρυθμός πιο κοντά στην ουσία της ζωής και όχι σε αυτόν τον αγώνα δρόμου που κάνουμε όλοι στην καθημερινότητα, κυνηγώντας την ουρά μας. Ο Αρης κυκλοφορεί σχεδόν παντού με το rollator, κάθε του βήμα απαιτεί κάποια προσπάθεια, ένα “σχεδιασμό”. Νομίζω ότι από το παράδειγμά του μπορούμε να μάθουμε πολλά».

