Ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ έπρεπε να πιάσει το προσωπικό του ναδίρ για να συλλάβει το αριστούργημα της καριέρας του. Τη στιγμή που είχε μείνει χωρίς δουλειά, χωρίς σύντροφο και κοιμόταν εναλλάξ στο αμάξι του και σε σκοτεινά πορνοσινεμά, «είδε» μπροστά του τον Τράβις Μπικλ μέσα στο κίτρινο ταξί του.
Ο πρωταγωνιστής του κινηματογραφικού «Ταξιτζή» (αποδοσμένος με μοναδική κωμικοτραγικότητα από τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο), που βγήκε στις αίθουσες τέτοιες μέρες το 1976, ήταν ένας ήρωας τρομακτικός, γιατί ακριβώς προσέγγιζε την ακρότητα μέσα σε ένα σκηνικό απολύτως καθημερινό και γνώριμο για τον μέσο Αμερικάνο. Ηταν βετεράνος του Βιετνάμ, παιδί της εργατικής τάξης που έβγαζε τα νυχτοκάματά του στη «ζούγκλα» της Νέας Υόρκης, η καρδιά του σκιρτούσε για το όμορφο ξανθό κορίτσι που δουύλευε στην προεκλογική καμπάνια του υποψήφιου γερουσιαστή Παλαντάιν.
Αυτά μέχρι ο ήρωας του Πολ Σρέιντερ, και φυσικά του σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορσέζε, να κοιτάξει τον καθρέφτη με τη λάθος λοξή ματιά, να γίνει skinhead και να αυτοανακηρυχθεί ισχυρός, βουτώντας στα χαμηλότερα υπόγεια του περιθωρίου – διόλου τυχαία η ταινία έχει συσχετιστεί πολλάκις με το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Ο Τράβις Μπικλ μοιάζει να ανήκει σε ένα μακρινό για εμάς περιθώριο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν και είναι παντού: πίσω από τους οριακούς μοναχικούς ανθρώπους των μεγαλουπόλεων, τους μακελάρηδες, αυτούς που πλέον χαράσσουν μια επικίνδυνη παράλληλη πραγματικότητα ως alt Μεσσίες του ίντερνετ, στα σκοτεινότερα ένστικτα σύσσωμης της ανθρωπότητας.
Πενήντα χρόνια μετά, η ταινία συγκαταλέγεται όχι μόνο στις κορυφαίες του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά παραμένει ένα έργο αναφοράς για το αμερικανικό σινεμά – και άρα εκ των πραγμάτων για το παγκόσμιο. Ο Τράβις Μπικλ μέσα στον χρόνο έγινε ο απόλυτος αντι-ήρωας αλλά και μια φιγούρα που ως σύμβολο της ποπ κουλτούρας αποκόπηκε από το συγκείμενό της και απέκτησε τη δική της ζωή. Ποιος δεν έχει πει, έστω για πλάκα, στον καθρέφτη του «Are you talking to me?» ή δεν έχει αποκωδικοποιήσει άμεσα τη φράση όταν την άκουσε;
Ο «Ταξιτζής» δεν λείπει από καμία κινηματογραφική λίστα «κορυφαίων» που σέβεται τον εαυτό της και συνεχίζει να αποτελεί ένα πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις, πέντε δεκαετίες μετά την πρεμιέρα της. Σε πρώτο χρόνο, η ταινία προτάθηκε για 4 Οσκαρ, χωρίς να αποσπάσει κανένα, όμως έφυγε από το Φεστιβάλ των Καννών το 1976 με έναν περήφανο Χρυσό Φοίνικα – ακόμα και αν τα ρεπορτάζ της εποχής κάνουν λόγο για γιουχάισμα της ταινίας, κατά τη συνέντευξη Τύπου στο φεστιβάλ. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε με ασφάλεια για ένα αριστούργημα που κέρδισε το στοίχημα του χρόνου. Πώς αντιμετώπισε όμως την ταινία η κριτική σε πρώτο χρόνο;
«Δεν θα μπορούσα να το προτείνω σε κανέναν. Πάντως, σκοπεύω να το ξαναδώ»
Η απάντηση είναι, όχι πάντα με επιείκεια, αλλά… ούτε καν με συμπάθεια. Μια από τις χαρακτηριστικές κριτικές προς αυτή την κατεύθυνση ήταν αυτή του Τομ Σάλιβαν για τη Herald News, ο οποίος δεν έκρυψε πόσο… βαρέθηκε με την ταινία, «στολίζοντας» τους δύο βασικούς συντελεστές της, Πολ Σρέιντερ και Μάρτιν Σκορσέζε. Κατά τη γνώμη του κριτικού, «το βασικό σφάλμα της ταινίας είναι το σενάριο, που ο Πολ Σρέιντερ έγραψε το 1972, του οποίου η τελευταία δουλειά ήταν εξίσου βαρετή» (αναφέρεται στο «The Yakuza», 1974, του Σίντνεϊ Πόλακ). Ωστόσο, εκτιμά στο κείμενό του πως η ταινία ίσως να είχε «σωθεί» στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη: «Ενας σκηνοθέτης λιγότερο αφοσιωμένος στην κινηματογραφική υπερβολή από τον Σκορσέζε θα μπορούσε να είχε βγάλει μια σφιχτή, δυνατή ταινία από το σενάριο του “Ταξιτζή”, επειδή η πρώτη ύλη υπάρχει. Ωστόσο, δεν υπάρχει αρκετό υλικό για να δικαιολογήσει μια διάρκεια δύο ωρών και επτά λεπτών», καταλήγει ο κριτικός. Πάντως, είδε στον Νεοϋορκέζο σκηνοθέτη δυνατότητες που, κατά τη γνώμη του, ακόμη δεν είχε ξεδιπλώσει: «Ο κύριος Σκορσέζε έχει τις ικανότητες να κάνει μια καλή ταινία. Ελπίζω να την κάνει».
Υπάρχουν και αυτοί που έμοιαζαν μπερδεμένοι για όσα τους μετέδωσε ο «Ταξιτζής», ακόμα και αν έσπευσαν να γίνουν ιδιαίτερα αιχμηροί με την ταινία. Ο Ρεξ Ριντ, στο κείμενό του στην Daily News, ανέφερε συγκρίνοντας την ταινία με τις δύο προηγούμενες του Σκορσέζε πως μίσησε τους «Κακόφημους Δρόμους», αλλά λάτρεψε το «Η Αλίκη δεν Μένει Πια Εδώ» (δηλαδή τη λιγότερο Σκορσέζε ταινία της φιλμογραφίας του), και τοποθέτησε τον «Ταξιτζή» κάπου στη μέση. Γράφει παράλληλα: «Εκατομμύρια άνθρωποι πιθανότατα θα το αποφύγουν και είναι λογικό – είναι βίαιο, τρομακτικό, αηδιαστικό, πραγματικά καταθλιπτικό, τόσο καταθλιπτικό που θα σας κάνει να θέλετε να αυτοκτονήσετε, και ποιος το χρειάζεται αυτό; Δεν θα μπορούσα, με πλήρη επίγνωση, να το προτείνω σε κανέναν. Πάντως, σκοπεύω να το ξαναδώ».
Ανάμεικτα συναισθήματα είχε και ο Βίνσεντ Κάνμπι των New York Times. Ο κριτικός είδε μια ταινία «που είτε αγαπάς, είτε μισείς. Δεν υπάρχει μέση οδός», όπως μεταδίδει πως του ανέφερε και ένας θεατής. Εμοιαζε όμως να αναζητά μια νηφαλιότητα αναπτύσσοντας στο γραπτό του τον προβληματισμό του κινήθηκε πέρα από τη συγκεκριμένη ταινία, στον τρόπο που ο κλάδος του προσεγγίζει τα κινηματογραφικά έργα. «Σήμερα, όλο και περισσότεροι κριτικοί κινηματογράφου εγκαταλείπουν την αξιοπρεπή μετριοπάθεια για να καταλάβουν τις πολωμένες ζώνες όπου όλα είναι είτε επιτυχία είτε αποτυχία, είτε το καλύτερο πράγμα μετά το τυρί σε φέτες, είτε… χαλασμένο φρούτο. Ισως ήρθε η ώρα να προσπαθήσουμε να ανακτήσουμε τη μέση οδό», σημειώνει. Αραγε, τι θα έλεγε αντίστοιχα σήμερα, που η προσέγγιση άσπρο-μαύρο είναι ο άτυπος κανόνας;
«Ο Σκορσέζε σαρώνει με τον λύχνο της τέχνης μια τρομακτική κατάβαση στην κόλαση»
Για να μη μένουμε όμως μονάχα στα κακώς κείμενα, υπήρξαν και οι κριτικοί που αναγνώρισαν την αξία της ταινίας από την πρώτη θέαση. Στον βρετανικό Guardian ο Ντέρεκ Μάλκομ συνέκρινε τον «Ταξιτζή» με το εξαιρετικό «Νάσβιλ» του Ρόμπερτ Ολτμαν, θεωρώντας καθεμία αντίστοιχα την καλύτερη ταινία της χρονιάς που κυκλοφόρησε (του 1976 και του 1975 δηλαδή). «Οπως και το “Νάσβιλ”, είναι ένα αριστούργημα που δεν εξηγεί τόσο την Αμερική, όσο αντανακλά ένα μέρος της με αδιάψευστη ακρίβεια. Μπορεί να μη σας αρέσει αυτό που βλέπετε, αλλά δεν μπορείτε να το σταματήσετε από το να σας συγκλονίσει», έγραφε στις 19 Αυγούστου του 1976. Ενώ στην ταινία βλέπει και μια υπερβατική διάσταση που ξεφεύγει από τον ρεαλισμό, ο Μάλκομ καταλήγει: «Η πραγματική αξία της ταινίας δεν έγκειται στη σχηματική φύση του σεναρίου του Πολ Σρέιντερ –στον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώνεται η ιστορία– αλλά στην τρομακτικά ρεαλιστική απεικόνιση της ανησυχίας, της απογοήτευσης και της διαφθοράς που παρουσιάζεται στην οθόνη».
Ο «κριτικός των κριτικών» και βραβευμένος με Πούλιτζερ Ρότζερ Ιμπερτ έδωσε στην ταινία 4/4 αστεράκια. «Ο “Ταξιτζής” είναι ένας λαμπρός εφιάλτης και, όπως όλοι οι εφιάλτες, δεν μας λέει ούτε τα μισά από όσα θέλουμε να μάθουμε», παρατηρεί εύστοχα στην αποτίμησή του για τη Chicago Sun. «Ο “Ταξιτζής” είναι μια κόλαση, από την πρώτη σκηνή με το ταξί που αναδύεται από τα σύννεφα ατμού, μέχρι την κορύφωση της ταινίας με τη σκηνή του φόνου, στην οποία η κάμερα τελικά κοιτάζει κατευθείαν προς τα κάτω. Ο Σκορσέζε ήθελε να απομακρύνει το βλέμμα από την απόρριψη του Τράβις. Σχεδόν θέλουμε να απομακρύνουμε το βλέμμα μας από τη ζωή του. Αλλά αυτός είναι εκεί, έτσι; Και υποφέρει», συμπεραίνει.
Ο Ιμπερτ έδωσε αργότερα στην ταινία και τη χαρακτηριστική διάκριση «Great Movie». «Είναι ένα φιλμ που δεν παλιώνει, ούτε γίνεται υπερβολικά οικείο. Το έχω δει δεκάδες φορές. Κάθε φορά που το βλέπω, με συγκινεί. Με τραβάει στον υπόκοσμο του Τράβις, τον κόσμο της αποξένωσης, της μοναξιάς, της δυστυχίας και του θυμού», γραφεί σε μεταγενέστερο κείμενό του, από το 2004, εξηγώντας ίσως και την απήχηση μιας ταινίας με έναν φαινομενικά μακρινό στον μέσο θεατή ήρωα στο επίκεντρο.
Η επίσης σπουδαία Πολίν Κάελ έδωσε τα εύσημά της στην ταινία του Σκορσέζε μέσω του New Yorker – λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Πολ Σρέιντερ ήταν προστατευόμενός της στο περιοδικό, για το οποίο έγραφε σινε-κριτικές. Αποθεώνοντας τη σκηνοθετική προσέγγιση του Σκορσέζε και το απόλυτα εύστοχο στη διανομή του ερμηνευτικό ανσάμπλ, είδε στην ταινία και μια ακόμα αρετή που το έκανε να δουλεύει τόσο καλά: «Αυτή η ταινία δεν λειτουργεί στο επίπεδο της ηθικής κριτικής για τις πράξεις του Τράβις. Αντίθετα, μας παρασύρει στη δίνη του και μας κάνει να κατανοήσουμε την ψυχική αποφόρτιση των ήσυχων αγοριών που τρελαίνονται. Και είναι ένα πραγματικό χαστούκι για εμάς όταν βλέπουμε τον Τράβις στο τέλος να φαίνεται γαλήνιος. Εχει βγάλει την οργή από μέσα του –τουλάχιστον για την ώρα– και έχει επιστρέψει στη δουλειά του, παίρνοντας επιβάτες μπροστά από το St. Regis. Δεν είναι ότι έχει θεραπευτεί, αλλά ότι η πόλη είναι πιο τρελή από αυτόν».

Τέλος, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος θαύμασε με τη σειρά του τον «Ταξιτζή» μέσα από τις σελίδες της «Κ». Σε κείμενό του, στο φύλλο της 28ης Ιουλίου του 2000, οπότε και η ταινία είχε επανακυκλοφορήσει στις αίθουσες, αναφέρει: «Ο χρόνος σαρώνει τις αντιρρήσεις. Ο Σκορσέζε σαρώνει με τον λύχνο της τέχνης μια τρομακτική κατάβαση στην κόλαση. Κόλαση αντικειμενική, του περίγυρου αυτής της απάνθρωπης μεγαλούπολης, κόλαση υποκειμενική, καθρέφτης φρικτός, στην ψυχή ενός πολύ αδύναμου ανθρώπινου κρίκου. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, πληθαίνουν γύρω μας οι τερατωδώς αθώοι – ένοχοι φονιάδες, που οπλίζουν το χέρι τους με τη ρομφαία, αυτόκλητοι άγγελοι εκδικητές αντιστρέφοντας το όνομα του Θεού-αγάπη. Κι ύστερα, πόσους δεν δικαιώνει η τυφλή κοινωνία για τις πολυαίμακτες πράξεις τους στο όνομα τάχατες του γενικού καλού; Σπαρακτικά ειρωνικός είναι ο Σκορσέζε και ο σεναριογράφος του Πολ Σρέιντερ στο φινάλε, αυτοί οι βαθιά ενοχικοί χριστιανοί».
