«Αγαπητέ Τεό, γεια σου. Μου λείπεις. Θα αργήσω λίγο, αλλά θα έρθω. Ομως… ξέρω πως δεν είσαι εκεί». Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, στην οθόνη της κινηματογραφικής αίθουσας, μας θυμίζει ότι κάποιοι δεσμοί είναι ακατάλυτοι. Τριάντα χρόνια μετά «Το βλέμμα του Οδυσσέα», το δικό του βλέμμα είναι καλυμμένο πίσω από σκούρα γυαλιά με μαύρο σκελετό, τα μαλλιά του είναι ολόλευκα, αλλά ούτε η μνήμη ούτε το συναίσθημα έχουν ξεθωριάσει. Θα παραμείνει το «μουσκεμένο πρόσωπο του Α., η φωνή του βραχνή, θρυμματισμένη», όπως στο τελευταίο πλάνο της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ισως και να είναι το opus magnum του σκηνοθέτη, που, τότε, το 1995, όταν προβλήθηκε και βραβεύθηκε στις Κάννες (με το Μεγάλο Βραβείο της κριτικής επιτροπής), είχε αποθεωθεί από την κριτική. Τότε, το 1993, ο Καϊτέλ, είχε προσγειωθεί στην Αθήνα (ως χολιγουντιανός σταρ) με προσωπικό έξι ατόμων και όρο στο συμβόλαιο να κυκλοφορεί με βαν. Είχε μαζί του και μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία που αφορούσαν τον Ομηρο, την Οδύσσεια, την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος όταν τα είδε τού είπε να τα στείλει πίσω. «Ο,τι χρειάζεται θα σ’ το πω εγώ», τον καθησύχασε, με ύφος που δεν δεχόταν αμφισβήτηση.
Το περασμένο Σάββατο, 24 Ιανουαρίου, ημερομηνία του θανάτου του (το 2012) η «Οπερα» ήταν κατάμεστη από νέους ανθρώπους. Στο κάλεσμα της πλατφόρμας του Cinobo, που φιλοξενεί πλέον όλο το έργο του, για μια τιμητική εκδήλωση, έσπευσαν δεκάδες να ανταποκριθούν. Δεν ήταν μόνο φίλοι και παλιοί συνεργάτες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αλλά και νέοι θεατές που ήρθαν για να παρακολουθήσουν «Το βλέμμα του Οδυσσέα».
Στην αρχή μίλησε η σύζυγός του, ο άνθρωπος που μοιράστηκε μαζί του –και ως παραγωγός– όλη την κινηματογραφική περιπέτειά του, Φοίβη Αγγελοπούλου. Η σκηνοθέτις και συνεργάτης του Μαργαρίτα Μαντά διάβασε τους «Αργοναύτες» του Σεφέρη. Ακολούθησε το βίντεο του Χάρβεϊ Καϊτέλ. Κράτησε όλο κι όλο 50 δευτερόλεπτα, ήταν όμως αρκετά για να συμπυκνώσουν ό,τι ένωσε τον δημιουργό και τον ηθοποιό· για να μιλήσει για την ουσία, για την ψυχική επαφή, που υπερβαίνει δημόσιους «χαιρετισμούς». Ο 86χρονος σήμερα Καϊτέλ μπόρεσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με ελλειπτικές φράσεις και μεγάλη συγκίνηση, που διαχύθηκε στην αίθουσα, να κάνει ορατό το άδηλο: «Ξέρω πως έχεις φύγει. Και όμως, στην καρδιά και στο μυαλό μου δεν έχεις φύγει… Δεν θα φύγεις ποτέ. Σ’ αγαπώ και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που ήσουν… Θεέ μου, πόσο μου λείπεις… Φίλε μου, θα ξαναβρεθούμε…».

