Η είδηση θανάτου του σπουδαίου Αμερικανού σκηνοθέτη Ρομπ Ράινερ και της συζύγου του Μισέλ την περασμένη Κυριακή, στο σπίτι τους στο Λος Αντζελες, βύθισε τις ΗΠΑ στο πένθος, πυροδοτώντας ταυτόχρονα και άγρια πολιτική αντιπαράθεση. Εν μέσω ερευνών για την ανθρωποκτονία και της σύλληψης ως βασικού υπόπτου του γιου τους Νικ, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε μια εμπρηστική επίθεση: απέδωσε την τραγωδία στο λεγόμενο από τον ίδιο «Σύνδρομο Διαταραχής από τον Τραμπ» (TDS), έναν όρο που επινόησε ο ίδιος για να ακυρώνει τους επικριτές του ως εμμονικούς και παράλογους. Η προεδρική λοιδορία διόλου σκίασε το έργο ενός δημιουργού με οικουμενικό εκτόπισμα, ενός εμβληματικού Αμερικανού που σφράγισε την εγχώρια ποπ κουλτούρα και αγαπήθηκε σε όλο τον πλανήτη. Γεννημένος το 1947 στο Μπρονξ, μεγάλωσε μέσα στον κόσμο του θεάματος, γιος του θρυλικού κωμικού και παραγωγού Καρλ Ράινερ. Σπούδασε θέατρο στο UCLA και σύντομα έγινε γνωστός από την κωμική τηλεοπτική σειρά του «All in the Family» (1971-1979) του CBS, όπου ο κεντρικός ρόλος τον καθιέρωσε ως εκπρόσωπο της προοδευτικής Αμερικής. Η σειρά ήταν πρωτοποριακή για την εποχή της, καθώς χρησιμοποιούσε το χιούμορ για να μιλήσει ανοιχτά για θέματα όπως ο ρατσισμός και η σύγκρουση των γενεών.
Η σκηνοθετική του διαδρομή ξεκίνησε το 1984 με το «This Is Spi-nal Tap», ένα «mockumentary» (ψευδοντοκιμαντέρ) που ακολουθεί την περιοδεία ενός παρηκμασμένου βρετανικού χέβι μέταλ συγκροτήματος, σατιρίζοντας αλύπητα τις υπερβολές της μουσικής βιομηχανίας.
Το 1986, με το αριστουργηματικό «Στάσου πλάι μου» («Stand by Me»), βασισμένο στη νουβέλα «Το σώμα» («The Body») του Στίβεν Κινγκ, επικεντρώθηκε στην ιστορία τεσσάρων παιδιών που ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν το πτώμα ενός συνομηλίκου τους, με την πραγματική ουσία να κρύβεται στην εσωτερική τους αναζήτηση. Οι ιστορίες του είχαν τον τρόπο να συγκινούν τον θεατή σε κάθε γωνιά του κόσμου, μιλώντας με ειλικρίνεια για τη φιλία, τον έρωτα, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Ο ίδιος ο Κινγκ έχει δηλώσει ότι αυτή παραμένει η αγαπημένη μεταφορά έργου του στη μεγάλη οθόνη, ενώ οι ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών είναι συγκλονιστικές, με τον 14χρονο τότε Ρίβερ Φίνιξ να ξεδιπλώνει έναν «αρχηγικό» χαρακτήρα που με δεδομένο τον τραγικό χαμό του μόλις επτά χρόνια αργότερα, αποκτά μια διάσταση σπαρακτική.
Το «Tρελές ιστορίες έρωτα και φαντασίας» («The Princess Bride», 1987) αποτελεί την πιο τολμηρή άσκηση ύφους του, μια κατάδυση σε έναν σουρεαλιστικό κόσμο που θυμίζει τους Μόντι Πάιθον και αποδομεί τα ηρωικά αρχέτυπα μέσα από ένα ανατρεπτικό «μετα-παραμύθι».
Το 1989 ήρθε το «Οταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» («When Harry Met Sally»), που άλλαξε οριστικά το τοπίο της ρομαντικής κομεντί. Συνεργαζόμενος με τη σεναριογράφο Νόρα Εφρον, ο Ράινερ δημιούργησε ένα έργο που συνομιλεί ανοιχτά με την αστική αισθητική και τη νευρωτική ατμόσφαιρα των έργων του Γούντι Αλεν. Με τη Νέα Υόρκη να συμπρωταγωνιστεί και τις (κλασικές, πλέον) συζητήσεις των Μεγκ Ράιαν και Μπίλι Κρίσταλ κατάφερε να καταγράψει με μοναδική κωμική φινέτσα τη νεύρωση, τη μοναξιά και την τελική λύτρωση της συντροφικότητας.
Το 1991 κέρδισε ένα «έμμεσο» Οσκαρ μέσα από την Κάθι Μπέιτς, η οποία απέσπασε το βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου για το «Misery». Υπό την καθοδήγησή του, η Μπέιτς δημιούργησε μία από τις πιο τρομακτικές και αναγνωρίσιμες φιγούρες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η κορύφωση της κοινωνικοπολιτικής του παρέμβασης ήρθε με το «Ζήτημα τιμής» («A Few Good Men», 1992), για το οποίο συνεργάστηκε με τον Ααρον Σόρκιν, έναν από τους κορυφαίους σεναριογράφους στο Χόλιγουντ, για να παραδώσει ένα δικαστικό δράμα που αμφισβητεί την τυφλή υπακοή στην εξουσία. Η κλιμάκωση της δίκης και η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Τομ Κρουζ και τον Τζακ Νίκολσον αποτελούν μια σπουδή πάνω στην κατάχρηση δύναμης. Η ατάκα «Δεν μπορείς να χειριστείς την αλήθεια!» έγινε το σύμβολο μιας ολόκληρης στάσης ζωής για τον Ράινερ, που πίστευε ότι η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη απαιτούν τη διαρκή έκθεση της αλήθειας, όσο επώδυνη κι αν είναι αυτή. Αλλες αξιόλογες ταινίες του, όπως το πολιτικό δράμα «Φαντάσματα του Μισισιπή» (1996) και το ρομαντικό δράμα «O έρωτας του προέδρου» (1995), συνέχισαν να εξερευνούν τη σχέση πολιτικής ηθικής και προσωπικής ευθύνης.
Ο Ράινερ ουδέποτε διαχώρισε την τέχνη από την κοινωνική ευθύνη. Η πίστη του στην έμπρακτη αλλαγή αποτυπώθηκε το 1998 με την «Πρόταση 10» στην Καλιφόρνια –μια δική του πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση της προσχολικής αγωγής μέσω της φορολόγησης του καπνού– και συνεχίστηκε με την ίδρυση του American Foundation for Equal Rights, που πρωτοστάτησε στον αγώνα για την ισότητα στον γάμο.
Τα τελευταία χρόνια η πολιτική του δράση απέκτησε νέα ένταση. Οι παρεμβάσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξελίχθηκαν σε καθημερινό μέτωπο κριτικής κατά του Ντόναλντ Τραμπ, αναδεικνύοντας τον σκηνοθέτη σε έναν από τους πιο μαχητικούς επικριτές του.
Σε πλήρη αντίθεση με τις προσβλητικές δηλώσεις Τραμπ, ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα τίμησε τον σκηνοθέτη δηλώνοντας πως έζησε μια ζωή «ορισμένη από τον σκοπό και τις αξίες», ενώ ο κορυφαίος κωμικός Τζέρι Σάινφελντ εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του περιγράφοντας τον Ράινερ ως πρότυπο ζωής.
Στο σύνολό της, η πορεία του Ρομπ Ράινερ υπήρξε μια διαρκής αναζήτηση απαντήσεων στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής. Οι ιστορίες του είχαν τον τρόπο να συγκινούν τον θεατή σε κάθε γωνιά του κόσμου, μιλώντας με ειλικρίνεια για τη φιλία, τον έρωτα, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.
Οπως είχε σημειώσει ο Μάικλ Ντάγκλας, τιμώντας τον σκηνοθέτη στο Λίνκολν Σέντερ για τη συνολική προσφορά του με το περίοπτο βραβείο «Τσάπλιν» του 2014, διάκριση που στο παρελθόν έχουν λάβει θρύλοι όπως ο Αλφρεντ Χίτσκοκ και ο Μάρτιν Σκορσέζε, «ο Ρομπ διαθέτει το σπάνιο χάρισμα να κάνει τα πιο δύσκολα πράγματα στην τέχνη του κινηματογράφου να μοιάζουν απλά. Εχει την απίστευτη ικανότητα να αφηγείται ιστορίες που είναι ταυτόχρονα βαθιά προσωπικές, αλλά και απόλυτα παγκόσμιες».

