Η Παρθένος Μαρία γίνεται το κεντρικό πρόσωπο στο θρίλερ του Αλεχάντρο Γκόμες Μοντεβέρδε, «Zero A.D», ο Ιησούς παρουσιάζεται ως έφηβος που έρχεται αντιμέτωπος με τον διάβολο στο «The Carpenter’s Son», του Λότφι Νέιθαν με τους Νόα Τζουπ και Νίκολας Κέιτζ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ενώ στο Netflix κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο μια αισθησιακή εκδοχή της Ρουθ και του Βοόζ, δύο εμβληματικών προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης, προγόνων του Δαυίδ, η οποία θυμίζει σύγχρονο δράμα. Φαίνεται πως υπάρχει πληθώρα νέων παραγωγών με θέματα από τη Βίβλο, όπως παρατηρούν οι New York Times. «Είναι δελεαστικό να αποδώσουμε την αφθονία αυτών των ταινιών στην τάση της εποχής Τραμπ να προσεγγίζει ένα θρησκευτικό και συντηρητικό κοινό. Η αλήθεια είναι ότι οι ταινίες με θέμα τη Βίβλο είναι πιο ποικίλες και πιο ιδιαίτερες από ποτέ. Αυτές οι παραγωγές είναι μόνο μια πτυχή του είδους. Αν δούμε πώς η Βίβλος έχει εμφανιστεί στον κινηματογράφο τον τελευταίο αιώνα, είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι καθόλου καινούργιο», αναφέρει η κριτικός της αμερικανικής εφημερίδας Αλίσα Γουίλκινσον.
«Η αναβίωση των αμερικανικών κυρίως παραγωγών, που φέρνουν τη Βίβλο στο επίκεντρο, έχει να κάνει με το ότι το κοινό γοητεύεται ακόμη από αυτή τη θεματική, είτε πιστεύει είτε όχι. Οι συμβατικές αλλά κυρίως οι μη αναμενόμενες παρουσιάσεις του Ιησού, για παράδειγμα, μέσα από το σινεμά, σπάνε πολλές φορές τη μονοτονία ταινιών καταστροφής, κοινωνικού δράματος και υπερηρώων», μας λέει η Ορσαλία Κασσαβέτη, καθηγήτρια – σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και συντονίστρια τεκμηρίωσης στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Στον κινηματογράφο, οι βίοι των αγίων και τα πάθη του Ιησού δεν παρουσιάζονται με τον ίδιο τρόπο παντού, γεγονός που δείχνει ότι η Βίβλος ως θεματικό πεδίο δεν αποτελεί ενιαίο φαινόμενο, αλλά προσαρμόζεται στις ανάγκες, στις παραδόσεις και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνίας. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες συχνά η Βίβλος μετατρέπεται σε μεγάλες εμπορικές παραγωγές που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, είτε μιλάμε για σινεμά είτε για τηλεοπτικές σειρές. Αυτό συμβαίνει διότι ήδη από παλαιότερα υπήρχαν πολλά δόγματα και τοπικές κοινότητες που ήθελαν να ενισχύσουν τη δημοτικότητά τους μέσα από τη διάχυση οπτικοακουστικού υλικού. Συχνό φαινόμενο ήταν και οι τηλεπάστορες, που απευθύνονταν στους πιστούς μέσω της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου», λέει η κ. Κασσαβέτη.
Στην Ευρώπη, αντιθέτως, η βιβλική θεματική φαίνεται να ακολουθεί μια διαφορετική πορεία, καθώς, όπως εξηγεί η κ. Κασσαβέτη, αξιοποιείται περισσότερο ως αλληγορικό ή φιλοσοφικό υλικό. «Με εξαίρεση τη γνωστή ταινία του Φράνκο Τζεφιρέλι “Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ”, οι ευρωπαϊκές παραγωγές πραγματεύονται συχνά τη θρησκεία μέσα από το πρίσμα του κινηματογράφου τέχνης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι “Το πάθος της Ιωάννας της Λορένης”, του Καρλ Ντράγιερ και η κινηματογραφική μεταφορά του “Ημερολογίου ενός επαρχιακού εφημέριου”, του Ζορζ Μπερνανός, από τον Ρομπέρ Μπρεσόν».
Οσον αφορά την Ελλάδα, συνεχίζει η καθηγήτρια, αν και ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή σχολή σε σχέση με τις βιβλικές αφηγήσεις, υπήρξε μια σημαντική τομή τη δεκαετία του 1980, με την εμφάνιση της εταιρείας παραγωγής Ελπίς Φιλμς. «Η εταιρεία λειτουργούσε ως κινηματογραφικό και οπτικοακουστικό τμήμα του ορθόδοξου ιδρύματος «Απόστολος Βαρνάβας», που κατά κύριο λόγο περιελάμβανε ταινίες με βίους αγίων, οι οποίες δεν προβάλλονταν ούτε στον κινηματογράφο ούτε στην τηλεόραση, παρά μόνο σε εκκλησιαστικούς χώρους και ενοριακές αίθουσες. Είχαν, μάλιστα, έναν πιο διδακτικό και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα», εξηγεί η κ. Κασσαβέτη.
Σήμερα η παρουσία βιβλικών προσώπων σε ελληνικές ταινίες και σειρές, όπως για παράδειγμα ο «Αγιος Παΐσιος, από τα Φάρασα στον ουρανό» του Στάμου Τσάμη, δεν αποσκοπεί σε καμιά περίπτωση στη διαμόρφωση αντιλήψεων ή στη διάδοση της πίστης. Οπως σημειώνει η Ορσαλία Κασσαβέτη, «πρόκειται περισσότερο για μια επιλογή που προσδίδει αίσθηση ιστορικής αυθεντικότητας. Θέλει να δείξει ότι στο παρελθόν υπήρχε πάντα ένας ιερέας ή μια θρησκευτική φιγούρα που συνδεόταν με την κοινότητα».

