«Τι θα γινόταν αν έβγαινα στον δρόμο και μιλούσα απευθείας σε ιδιοκτήτες σινεμά και σινεφίλ;», λέει, και τα μάτια του λάμπουν. Μιλά γρήγορα, με πάθος, για τη μαγεία της μεγάλης οθόνης. Κάθε φορά που θυμάται το πρόσφατο ταξίδι του, το πρόσωπό του φωτίζεται σαν να βρίσκεται ξανά στις αίθουσες που επισκέφθηκε.
Το γραφείο του Μάθιου Φρανκ στο Λος Αντζελες, από όπου συνδέεται για τη διαδικτυακή μας συνάντηση, είναι γεμάτο με μικρά τεκμήρια της αγάπης του για το σινεμά. Πίσω του κρέμεται μια αφίσα της ταινίας «Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο, στο ράφι στέκεται ένα πλαστικό αγαλματίδιο-φιγούρα ενός κινηματογραφικού χαρακτήρα, ενώ μια άλλη μεγάλη αφίσα παλαιάς ταινίας, που αγόρασε σε κάποιο από τα ταξίδια του, παραμένει ακόμα διπλωμένη.
Ο 23χρονος δημοσιογράφος μιλά στην «Κ» για την πρόσφατη περιπέτειά του, το ταξίδι σε 20 πολιτείες της Αμερικής και την επίσκεψη σε 58 κινηματογράφους. Μίλησε με θεατές, υπαλλήλους και ιδιοκτήτες αιθουσών, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς βιώνουν σήμερα οι Αμερικανοί την εμπειρία του σινεμά πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο ίδιος φιλοδοξούσε να καταγράψει κάτι που το Χόλιγουντ δυσκολεύεται, όπως λέει, να αντιληφθεί πλήρως.
«Τα κινηματογραφικά στούντιο έχουν την εικόνα της προσέλευσης μέσω ερευνών και δημοσκοπήσεων, βλέπουν τι αποδίδει και τι όχι, αλλά δεν υπάρχει πραγματική αίσθηση του πώς ζει το κοινό την εμπειρία του κινηματογράφου, ειδικά με την πίεση του streaming και το μικρό χρονικό διάστημα που οι ταινίες προβάλλονται αποκλειστικά στις αίθουσες», λέει στην «Κ».
Στον δρόμο για πάνω από 6.500 χλμ.

Το ταξίδι, που ξεκίνησε στις 15 και ολοκληρώθηκε στις 29 Οκτωβρίου, έγινε με νοικιασμένο αυτοκίνητο και διήρκεσε δύο εβδομάδες, με τον Μάθιου να οδηγεί καθημερινά για ώρες, καλύπτοντας συνολικά πάνω από 6.500 χιλιόμετρα (4.050 μίλια). Διέσχισε πολιτείες από τον Νότο μέχρι τη βορειοανατολική ακτή, μεταξύ των οποίων η Αλαμπάμα, η Φλόριντα, το Τέξας, η Οκλαχόμα, το Μιζούρι, η Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ. Σταματούσε σε μικρές πόλεις παρατηρώντας από κοντά όσα συνέβαιναν σε αιθουσάρχες.
Την εμπειρία του αυτή μετέφερε στη συνέχεια στο «The Ankler», το ψηφιακό μέσο όπου εργάζεται και το οποίο καλύπτει τις επιχειρηματικές πτυχές της βιομηχανίας του θεάματος. «Μου ανέθεσαν να αναλάβω ένα newsletter για το κοινό των ταινιών, τις τάσεις και τη συνήθεια των θεατών να πηγαίνουν στο σινεμά. Το ρεπορτάζ αυτό πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Letterboxd (σ.σ.: πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης για κριτικές και αξιολογήσεις ταινιών)», εξηγεί ο δημοσιογράφος.
Ηταν μια πραγματικά δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία με αφετηρία την απόφαση της διαδρομής που θα ακολουθούσε. «Αν ξεκινάς από το Λος Αντζελες για να φτάσεις στη Νέα Υόρκη, μπορείς να πας διαγώνια από τις μεσοδυτικές πολιτείες ή να κινηθείς κατά μήκος του Νότου μέχρι την Τζόρτζια και μετά να γυρίσεις προς τα πάνω. Προτίμησα το δεύτερο, γιατί έτσι μπορούσα να περάσω και από κάποιες ενδιάμεσες πολιτείες».
Ορισμένα σημεία του τα είχε ήδη καθορίσει: ήθελε να ξεκινήσει από το TCL Chinese Theater στο Λος Αντζελες, το εμβληματικό σινεμά για πρεμιέρες, και να ολοκληρώσει τη διαδρομή στο AMC Lincoln Square της Νέας Υόρκης, ένα πολύ μεγάλο κινηματογραφικό συγκρότημα όπου θα συναντούσε όλους τους φίλους του, σαν να τερμάτιζε σε μαραθώνιο.
Και μόνο η σκέψη αυτής της διαδρομής τον γοήτευε. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε την ευκαιρία να δει περιοχές που ίσως ποτέ στη ζωή του δεν θα επισκεπτόταν. «Ημουν ενθουσιασμένος με την ιδέα να οδηγήσω στον Αμερικανικό Νότο –Αλαμπάμα, Μισισιπής, Τζόρτζια- αλλά και στο Τέξας και σε όλες αυτές τις διαφορετικές περιοχές», λέει.
Τις πρώτες ημέρες όλα κυλούσαν σύμφωνα με το πλάνο. Κάπου στη μέση της διαδρομής, όμως, χρειάστηκε να αυτοσχεδιάσει. «Αρχισα να προσαρμόζω τη διαδρομή μου, κοιτώντας τον χάρτη και επιλέγοντας σινεμά που βρίσκονταν κοντά στον δρόμο. Δεν ήθελα να ακολουθήσω μόνο τους πιο μοδάτους κινηματογράφους· ήθελα να δω πού πηγαίνουν οι καθημερινοί θεατές, οικογένειες ή άνθρωποι που σπάνια επισκέπτονται κάποια σκοτεινή αίθουσα», τονίζει.
Ο ίδιος πήγε τόσο σε ανεξάρτητες αίθουσες όσο και σε μεγάλες αλυσίδες κινηματογράφων. «Οι αλυσίδες έχουν πολλές ομοιότητες στην αισθητική και την αίσθηση, οι ανεξάρτητες είναι πολύ διαφορετικές. Κάποιες είναι πολύ όμορφα διαμορφωμένες, με παρακείμενους χώρους όπως πιτσαρίες ή ακόμα και μπαρ. Αλλες είναι παλιές και μικρές, αλλά με μεγάλη αίθουσα, όπως μία στο Οχάιο με 400 θέσεις, που με εξέπληξε».
Σύμφωνα με τον νεαρό δημοσιογράφο, οι ιδιοκτήτες των ανεξάρτητων σινεμά, όπου η επισκεψιμότητα δεν είναι μεγάλη, δίνουν μεγάλη σημασία στα αναψυκτικά και τα σνακ, όπως το ποπ κορν – και αυτό είναι ένα σημαντικό κίνητρο για να γεμίσουν τις αίθουσες. «Η διατροφή μου κατά την πρώτη μισή εβδομάδα περιορίστηκε σε χοτ ντογκ και στη δεύτερη σε φτερούγες κοτόπουλου — ήταν το ισοζύγιο της διαδρομής!», θυμάται ο δημοσιογράφος.

Οι στάσεις του σε τέτοιες πόλεις τον έφερναν συχνά σε επαφή με ανθρώπους που κρατούν ζωντανές τις τοπικές αίθουσες — χώρους με καθοριστικό ρόλο για την κοινότητα. Στο Lyric Cinema της πόλης Σπίρμαν με τους 3.000 κατοίκους στο Τέξας, ο Γκάρι Ελσγουορθ λειτουργεί τον κινηματογράφο από το 2001, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση. «Μου έδειξε τον χώρο, επιδεικνύοντας αντικείμενα με ιστορία: από τη μεγάλη κόκκινη καρέκλα του πατέρα του που τώρα βρίσκεται στα ταμεία, μέχρι τα παλιά ταχυδρομικά ημερολόγια με λάθη εκτύπωσης από το φιλμ “Τα σαγόνια του καρχαρία”». Οπως παρατήρησε κατά την επίσκεψή του, ακόμη και μια αποτυχημένη παραγωγή όπως το «Tron: Ares» κατάφερε να «ζωντανέψει» την αίθουσα, ενώ μια προβολή τού «The Smashing Machine» δεν προσέλκυσε κανέναν θεατή.

Λίγες πολιτείες πιο μακριά, στο Shelby Theatres της πόλης Κοσόκτον στο Οχάιο, ο ιδιοκτήτης ήταν μέχρι πρόσφατα αγελαδοτρόφος. Σήμερα, μαζί με τη γυναίκα του, διαχειρίζεται έναν κινηματογράφο δύο αιθουσών, που ονόμασαν «Shelby» προς τιμήν του παιδιού τους που πέθανε νωρίς. Η ιστορία τους αποτυπώνει την αφοσίωση και την αγάπη για το σινεμά, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κατοίκους.

«Οι τακτικοί θεατές δεν είναι πια εκεί»
Τα μικρά σινεμά και οι κοινότητες που τα στηρίζουν έδειξαν στον Μάθιου την αφοσίωση των ανθρώπων, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η βιομηχανία σήμερα. Ο Οκτώβριος κατέγραψε το χειρότερο box office (ταμεία κινηματογράφων) από το 1997, εκτός των περιόδων της COVID, ενώ οι πωλήσεις εισιτηρίων στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί κατά 40% από το 2019. Οι ιδιοκτήτες μιλούσαν για τη μείωση του κοινού και για αλλαγές που πρέπει να κάνουν για να προσελκύσουν θεατές, όπως προβολές παλιών ταινιών ή ειδικές εκδηλώσεις.
«Ανεξάρτητα από τις στατιστικές», λέει ο Μάθιου, «σε πολλές αίθουσες ανά τη χώρα οι τακτικοί θεατές που έρχονταν κάθε εβδομάδα δεν είναι πια εκεί. Υπάρχουν μόνο τα φαντάσματά τους».
Το streaming και η σύντομη αποκλειστική προβολή στις αίθουσες στενεύουν τον χρόνο που κάθε φιλμ μπορεί να ζήσει μοναδικά στην οθόνη, μειώνοντας τα έσοδα, ειδικά για τις μικρές παραγωγές. Τα στούντιο βιάζονται να διαθέσουν τις ταινίες online για να τροφοδοτήσουν τις πλατφόρμες, χάνοντας την αίσθηση της μαγείας που προσφέρει η αποκλειστικότητα. Αυτή η αλλαγή φαίνεται καθαρά και στη συμπεριφορά των θεατών.
«Η διαδρομή αυτή με έκανε να δω ότι η κουλτούρα του κινηματογράφου έχει πληγεί», λέει ο Μάθιου. Παλιά οι άνθρωποι πήγαιναν μία ή δύο φορές την εβδομάδα· σήμερα πολλά νοικοκυριά προτιμούν να βλέπουν φιλμ στο σπίτι.
Παρά την κρίση, όμως, η αγάπη για το σινεμά παραμένει ζωντανή: οικογένειες που φέρνουν τα παιδιά τους, ηλικιωμένοι που διατηρούν τη συνήθεια, νέοι που ενθουσιάζονται με ταινίες όπως το «Rocky Horror Show», και η μεγαλύτερη γενιά που επιθυμεί να μεταδώσει αυτή τη μαγεία στις νεότερες.

«Το ταξίδι μού επιβεβαίωσε τον θαυμαστό κόσμο της μεγάλης οθόνης», καταλήγει. «Η στιγμή που κάθεσαι με φίλους και βλέπεις μια ταινία στην αίθουσα είναι μοναδική, ανεπανάληπτη. Παρά τις δυσκολίες της βιομηχανίας, η αγάπη για το σινεμά ζει ακόμη, και μέσα σε αυτή τη ζωντάνια διακρίνω μια αχτίδα αισιοδοξίας για ό,τι έρχεται».

