ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ
Η φωλιά
εκδ. Κίχλη, 2025, σελ. 96
Μια λεπτή γραμμή χωρίζει τον άθραυστο ρεαλισμό από τις ρηγματώσεις που προκαλεί η καταφυγή σε έναν φανταστικό κόσμο. Υπάρχουν ήρωες στη λογοτεχνία που η στενωπός της καθημερινότητάς τους δεν γίνεται παρά να τους οδηγήσει σε μια παραισθητική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία αποδεικνύεται γι’ αυτούς σαφώς πιο οικεία και ανεκτή. Οι ήρωες του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Ψωμιάδη, στα έξι διηγήματα που συγκροτούν τη συλλογή με τίτλο «Η φωλιά», βιώνουν αυτή ακριβώς την κατάσταση: δρέπουν τη χαρά, την ελπίδα ή την απαντοχή κάποιου πράγματος σε περιοχές του νου που αποκρούουν την αντικειμενικότητα του κόσμου.
Aνδρες, γυναίκες, αλλά και παιδιά, σε όλες τις ιστορίες βιώνουν τη μοναξιά, την ανάγκη της ανθρώπινης παρουσίας στη ζωή τους. Κουβαλούν αμυχές από το παρελθόν και υποχρεώνονται να ζουν κάτω από συνθήκες αρκετά επιβαρυντικές γι’ αυτούς.
Οι καλύτερες στιγμές της συλλογής βρίσκονται στα πρώτα δύο διηγήματα. Στο «Φαστ φουντ» ένας άνδρας που πλησιάζει τη μεσηλικιότητα ερωτεύεται μια γυναίκα που προσφέρει διαδικτυακά ερωτικές υπηρεσίες. Μέσα του πλέκει ένα ολόκληρο σενάριο μελλοντικής συμβίωσης μαζί της. Της αλλάζει το όνομα, της κάνει δώρα, της υπόσχεται να της φτιάξει το καλύτερο μπέργκερ (δουλεύει σε ένα φαστ φουντ), αλλά όταν τελικά θα τη συναντήσει, η φανταστική εικόνα που έχει πλάσει θα γίνει στάχτη από τη σκληρή πραγματικότητα. Στη «Φωλιά», που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, έχουμε τη συνύπαρξη ενός πατέρα και του γιου του, στον κλωβό ενός φορτηγού που μεταφέρει είδη μαναβικής από νησί σε νησί. Ο πατέρας δουλεύει, ο γιος παρατηρεί και αμφότεροι ελπίζουν να ξαναβρούν σύντομα τη φωλιά τους, που είναι μια ερημική παραλία. Ο καλά εδραιωμένος ρεαλισμός διαλύεται στην τελευταία πράξη, όπου βρίσκουμε μια σκηνή εξόχως λειτουργική και σουρεαλιστική.
Αρκετά πειστικό είναι το διήγημα «Μοτέλ Ομόνοια», που μας μεταφέρει στον μικρόκοσμο μιας λούμπεν ομάδας ανθρώπων που ζουν σε ένα ξενοδοχείο της Ομόνοιας. Ο κεντρικός ήρωας αποφασίζει να μείνει εκεί για να γλιτώσει χρήματα, όσο η μητέρα του είναι στο νοσοκομείο σε ημιθανή κατάσταση. Δεν αργεί να αισθανθεί άνετα σε αυτόν τον περίεργο κόσμο και να γίνει μέρος του. Είναι το μόνο «φάρμακο» που διαθέτει για να κατανικήσει τη μοναξιά του.
Τα τρία επόμενα διηγήματα της συλλογής αλλάζουν εντελώς κλίμα και διάθεση, καθώς κινούνται από την επιστημονική φαντασία έως τη δυστοπία. Στην «Αριάδνη», ένα κορίτσι διαπιστώνει πως ανάμεσα στα πόδια της έχει φυτρώσει ένα πορτοκάλι. Πρόκειται για μια μορφή ασθένειας που πλήττει τους λεγόμενους «φρουτάνθρωπους», οι οποίοι βρίσκονται υπό διωγμόν στη μελλοντική κοινωνία που αναπτύσσεται το διήγημα. Μια ανοϊκή μητέρα και η κόρη της που την προσέχει πρωταγωνιστούν στο διήγημα «Αλήθιο». Η κόρη, για να ξαναδεί έστω και για λίγο τη μητέρα της σε κατάσταση νοητικής διαύγειας, καταφεύγει σε μια πρωτοποριακή ιατρική μέθοδο, που δεσμεύεται να επαναφέρει τις μνήμες σε ασθενείς για διάστημα μισής ώρας. Μόνο που το αποτέλεσμα θα είναι εντελώς δυσβάσταχτο για την κόρη.
Τέλος, στο διήγημα «Το κελάηδισμα του καναρινιού», ένας αρωματοποιός χρησιμοποιεί τη σπάνια τέχνη του για να κατασκευάζει, μέσω των αρωμάτων του, ιδανικά όνειρα στους πελάτες του. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι να αποτυπώσει το τραγούδι ενός καναρινιού, που του ζητάει επιμόνως ένα μικρό κορίτσι.
Συνολικά, η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του Γιώργου Ψωμιάδη αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον. Η «φωνή» του ακούγεται στις ιστορίες, κι όταν θα βρει τον ακριβή της τόνο, τότε το αποτέλεσμα θα είναι ακόμη καλύτερο.

