Η ακτινογράφηση της Κυψέλης, στα χρόνια της μεταπολεμικής ακμής της, είναι ένα εγχείρημα που προκαλεί συγκίνηση. Συμβαίνει σε μια εποχή κατά την οποία η Κυψέλη ενδιαφέρει και πάλι, συγκεντρώνει νέους κατοίκους και ζει μια νέα περίοδο ως τμήμα πλέον εκείνης της Αθήνας που βρίσκεται σε ανοδική τροχιά. Σε αυτήν τη συγκυρία, το βιβλίο «Η πατριδογνωσία της Κυψέλης» (εκδ. Λογό-τυπο) συναντά ένα νέο αστικό κοινό, που μαζί με τους εκπροσώπους της παλαιάς αστικής τάξης ορίζουν ένα ενδιαφέρον και κινητικό αμάλγαμα.
Το βιβλίο, σε πλάγιο σχήμα, είναι ένας χάρτης αναμνήσεων, μια βίβλος με πλήθος αναφορές, που το δίχως άλλο θα προκαλέσει πολλούς συνειρμούς και αναμνήσεις σε παλαιούς Αθηναίους.
Υπάρχει πρωτοτυπία στην έκδοση, καθώς είναι ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο «ανασκαφείς» της Κυψέλης, τον Ανδρέα Βαβαγιάννη, που μας έχει κληροδοτήσει ένα οδοιπορικό της Κυψέλης στα χρόνια του ’50 και του ’60, και τον Λέανδρο Σλάβη, έναν ερευνητή που γνωρίζει την Κυψέλη όσο ελάχιστοι.
Η εργασία του Ανδρέα Βαβαγιάννη έχει αφεθεί ως παρακαταθήκη από τον δημιουργό της (εργασία που φέρνει στο φως η Μαίρη Μαυρή – Βαβαγιάννη). Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Λέανδρος Σλάβης οργανώνει μια ευρύτερη «περιπλάνηση» με πλήθος στοιχείων και αναμνήσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια πλήρης κατά το δυνατόν χαρτογράφηση της Κυψέλης, των κτιρίων και της ανθρωπογεωγραφίας της.
Στον αναγνώστη παραδίδεται ένα αποθησαύρισμα γνώσης. Πέραν της αξίας της καταγραφής πλατειών, εκπαιδευτηρίων, κινηματογράφων, θεάτρων, ζαχαροπλαστείων, καφενείων, μπαρ, καταστημάτων, ναών, κλινικών κ.λπ., «Η πατριδογνωσία της Κυψέλης» εντάσσεται στη βιβλιογραφία αθηναϊκού ενδιαφέροντος ορίζοντας ως χρόνια ακμής τις δεκαετίες 1950 και 1960. Υπάρχει δηλαδή μια δευτερογενής ανάγνωση και ερμηνεία του βιβλίου, πέραν του κατεξοχήν αθηνοκεντρικού στοιχείου, που προσδίδει στην έκδοση αυτή ένα χαρακτήρα κοινωνιολογικής αξίας.
Η Κυψέλη, στα μεταπολεμικά χρόνια, φαίνεται πως ολοκληρώνει τη διαδικασία αστικοποίησης που οργανώθηκε στα χρόνια 1920-1940. Η διαμόρφωση της Φωκίωνος Νέγρη το 1937 υπήρξε καταλύτης για την ανάπτυξή της, που οδηγήθηκε στην κορύφωσή της στα χρόνια της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Η αστική ζωή της Κυψέλης του 1960 έχει περάσει όχι μόνο στον κινηματογράφο αλλά και στο συλλογικό υποσυνείδητο, μέσα από ένα πυκνό πλέγμα αναφορών και οικογενειακών διαδρομών στο σώμα της Αθήνας.
Ο Λέανδρος Σλάβης, ως κοινωνικός ανατόμος, έχει δημιουργήσει έναν κοινωνικό άτλαντα με τις προσωπικότητες από διάφορους τομείς που έμεναν στην ευρύτερη περιοχή. Ολοκληρώνει αυτόν τον άτλαντα με αναφορές στην Κυψέλη από πλήθος λογοτεχνικών έργων, ορίζοντας, έτσι, ένα μεγάλο πραγματολογικό ευρετήριο για μια αστική συνοικία που ακόμη δίνει ερευνητικούς καρπούς.
Αλλωστε, η «Πατριδογνωσία της Κυψέλης» (γιατί πατρίδα μπορεί να είναι και η γειτονιά, όπως εμμέσως πλην σαφώς λέει ο εκδότης Χρύσανθος Ξάνθης) είναι η βάση για την κατανόηση της σύγχρονης Κυψέλης, για την ερμηνεία του αστικού βάθους που παρατηρεί ο σημερινός παρατηρητής στους δρόμους και στις πλατείες της.
Η συμβολή του βιβλίου αυτού είναι σημαντική για τη γνώση της πρόσφατης ιστορίας της πόλης. Εκδόθηκε, δε, σε μια εποχή κατά την οποία παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον αστικό πολιτισμό της Αθήνας. Η Κυψέλη, δε, συμπυκνώνει όλα τα κεφάλαια της πρόσφατης κοινωνικής στρωματογραφίας της πόλης. Η γνώση της ιστορίας της, με όλη την αστική ακμή της περιόδου 1930-1980, γεννάει νέες πηγές συγκίνησης.
