Η Μαρία Κούλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Εχει γράψει τις ποιητικές συλλογές «Απόψε το καράβι μου», «Ξεχασμένοι Σπόροι», «Λευκό μπλουζάκι», «Καλησπέρα μπαμπά», «Αθώοι αμνοί», το πεζογράφημα: «Ο παππούς Πλάτων» και το μυθιστόρημα: «Βρε, άντε και σιχτίρ» (εκδόσεις Γαβριηλίδη –το τελευταίο, επανέκδοση Αρμός). Εχει μεταφράσει τις Επιστολές Αβέρωφ-Τοσίτσα, Ιδρυμα της Βουλής. Πρόσφατα εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Αν αλλάζαμε κουρτίνες…» (εκδ. Βακχικόν).
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
«Siddhartha» – Ερμαν Εσσε, (Le Livre de Poche), «Ο αγαπημένος» – Τζελαλαντίν Ρουμί (Αρμός), «Τα εις εαυτόν» – Μάρκος Αυρήλιος (Κάκτος).
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Πρόσφατα, μια φίλη μου έδωσε να διαβάσω το βιβλίο «Η δύναμη του τώρα» του Εκχαρτ Τόλλε. Ειλικρινά συγκλονίστηκα. Μέσα από τις σελίδες του συνειδητοποίησα ότι το «φλύαρο» μυαλό μας μας ταξιδεύει συνέχεια σε παρελθόν και μέλλον (το ένα πέρασε ανεπιστρεπτί, το άλλο είναι άγνωστο) και δεν μας αφήνει να ζούμε την παρούσα στιγμή, το ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Κάποια στιγμή, άφησα το βιβλίο, στάθηκα για λίγο και έγινα παρατηρητής του εαυτού μου, των σκέψεών μου. Τις κατέγραψα. Ξαφνικά το μυαλό σιώπησε. Υπήρξε ένα κενό. Ημασταν εκεί μονάχα εγώ και η αναπνοή μου. Και τότε ένιωσα πως ζω αληθινά.
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Από τη στιγμή που διάβασα τα «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε βρήκα –μεταφορικά– τον μπελά μου. Η ερώτησή του: «Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας, θα πεθαίνατε τάχα αν δεν σας άφηναν να γράφετε;» δεν με αφήνει να ησυχάσω. Συνέχεια αναρωτιέμαι, ιδιαίτερα τις στιγμές που αμφισβητώ τον εαυτό μου, αυτά που γράφω. Ο Ρίλκε είναι πάντα εκεί και με αφυπνίζει.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Μου αρέσει να ξαναδιαβάζω τα βιβλία που έχω γιατί πάντα κάτι καινούργιο μου λένε. Κλείνω λοιπόν τα μάτια, απλώνω το χέρι και διαλέγω στην τύχη. Είμαι σίγουρη πως η φύση θα μου δώσει αυτό που χρειάζομαι τη συγκεκριμένη στιγμή. Και το κάνει ανελλιπώς.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Προτιμώ πάντα την ποίηση. Με μαγεύουν τα «συμφωνημένα υπονοούμενά» της, όπως τα ονομάζει ο Σεφέρης. Αντιθέτως, με κουράζουν τα φλύαρα βιβλία. Κάποιοι συγγραφείς πέφτουν στην παγίδα «να τα πουν όλα στον αναγνώστη». Δεν τον αφήνουν να τα ανακαλύψει, να βρει την ψυχούλα του μέσα στο κείμενο.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Θέλω το βιβλίο να μου «μιλάει». Να κάνει το συναίσθημά μου να πάλλεται. Να με παίρνει από το χέρι και να με πηγαίνει σε τόπους μαγικούς. Ενίοτε, να με προβληματίζει. Να με κάνει να σκέφτομαι ποια είμαι εγώ, ποιοι οι άλλοι… Να θέλω να αλλάξω…
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Οποιο κι αν σκέφτηκα, έχει γίνει ήδη ταινία. Εκείνο που θα ήθελα είναι να μπει περισσότερο η ποίηση στον κινηματογράφο, να διεισδύσει στο κείμενο, να του δώσει «υγρασία». Οπως π.χ. θαυμάσια έγινε στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών».
Ποιες θεματικές ενώνουν τα ποιήματα της συλλογής «Αν αλλάζαμε κουρτίνες…»;
Στα ποιήματά μου αναρωτιέμαι και ρωτώ ταυτόχρονα τον αναγνώστη: «Πόσο καλά ξέρουμε τον εαυτό μας; Τον αποδεχόμαστε όπως είναι; Αν όχι, τολμάμε να αλλάξουμε; Πραγματοποιήσαμε τα όνειρά μας ή μήπως έγιναν άγκυρες; Και οι φόβοι μας, πόσο μας επηρεάζουν; Τι είναι ο Ερωτας τελικά, “πικράδα” ή “Πτέρωτας”;»
Πώς λειτουργεί ο χρόνος μέσα στο βιβλίο σας;
Ο χρόνος και οι φθορές του, όπως είναι φυσικό, με προβληματίζουν. Εκείνο όμως που με φοβίζει περισσότερο είναι «οι εσωτερικές ρυτίδες»… Αλλά ας παραθέσω καλύτερα ένα σχετικό ποίημα της νέας συλλογής: «Ο χρόνος/παιδί που παίζει ζάρια./Εσύ εγώ/τυχαίες ζαριές./Τον ακούς;/Δική μου είσαι, ψιθυρίζει/ό,τι κι αν κάνεις/όπου κι αν πας/δική μου!/Τι λες, του ξεφεύγουμε;»

