Ο Παύλος Μεθενίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Εργάζεται στα ΜΜΕ από το 1990 ως ελεύθερος ρεπόρτερ, αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Εχει
γράψει σενάρια και πέντε μυθιστορήματα: «Η Συνέντευξη», «Η Μαμά», «Aμανίτα Μουσκάρια», «Ο Αλλος» (εκδόσεις Καστανιώτη) και «Αδειο Αλογο» (Εύμαρος). Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων «Τσιγαμάκι».
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Μόλις τελείωσα τις «Ιστορίες χωρίς φωνή» του Πέτρου Κατσάκου, εκδόσεων Οκτάνα. Το βιβλίο είναι μια κλωτσιά στο υπογάστριο, καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με τα εγκλήματα που έχουμε όλοι και όλες διαπράξει απέναντι στα ζώα από καταβολής κόσμου, για την επιβίωση, τον πλουτισμό, ή για την πλάκα μας.
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Από το μυθιστόρημα «Επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισάβετ Χρονοπούλου,
εκδόσεων Πόλις, έμαθα πόσο ασύδοτοι και ακαταδίωκτοι ήταν οι δωσίλογοι στην Ελλάδα πριν και μετά την Κατοχή.
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Ποτέ. Αντιθέτως, είχα εισπράξει επαίνους, όταν είχα πει σε κάποιον ένθερμο λάτρη του Νίκου Καζαντζάκη πως, απ’ ό,τι ήξερα, ήμουν ο μόνος που είχε διαβάσει την «Οδύσσεια» τρεις φορές. Συνολικά γνωρίζω μόνο τέσσερις ανθρώπους που την έχουν διαβάσει ολόκληρη, εμού συμπεριλαμβανομένου.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Να έχω ξεχάσει, με κάποιον μαγικό τρόπο, το έργο των αγαπημένων μου συγγραφέων, ώστε να μπορώ να το απολαύσω ξανά σαν να είναι η πρώτη
φορά.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Προτιμώ τη λογοτεχνία φαντασίας, τον Στίβεν Κινγκ ας πούμε, και
αποφεύγω την αστυνομική λογοτεχνία της Αγκαθα Κρίστι. Η ζωή παράγει
πολύ περισσότερη πραγματικότητα απ’ όση μπορώ να καταναλώσω,
αφενός, και αφετέρου τα ανθρώπινα πάθη δεν είναι, ευτυχώς, σταυρόλεξα
προς επίλυση.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Η ψυχή του, δηλαδή η τόλμη του συγγραφέα να γράψει την αλήθεια, όπως
την εννοεί εκείνος, όσο ανήκουστη, υπέροχη, ή φρικτή κι αν είναι αυτή.
Αδιαφορώ για τα άψυχα βιβλία που φέρουν πνευματικούς προφυλακτήρες,
ώστε οι συγκρούσεις που δημιουργούν να είναι ανεπαίσθητες.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Τα «Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα» του Νίκου Τσιφόρου.
Ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος των 25 διηγημάτων στο «Τσιγαμάκι»;
Το τσιγάρο. Ψέματα – η χαμένη νεότητά μου, που διάφορες όψεις της
συνδέθηκαν με το κάπνισμα. Ανάβεις τσιγάρο, ξέρετε, στη λύπη, στη χαρά,
στην ανία, στην έκσταση, στην οργή. Στη σκοπιά, στη δουλειά, στις τουαλέτες
του λυκείου, στο νεκροταφείο, στο μπαρ, στην πορεία, στο γλέντι, παντού.
Οταν το κόψεις όμως, δεν είναι ότι σου λείπει το ίδιο το τσιγάρο, αλλά ο
νεότερος εαυτός σου που τα έκανε όλα αυτά καπνίζοντας.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου;
Οταν έκοψα το τσιγάρο το 2014, μετά από 36 χρόνια ευδοκίμου καπνιστικής
υπηρεσίας, τον πρώτο καιρό μόνο που δεν βάραγα το κεφάλι μου στον τοίχο. Για να μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου, εννοώ να έχω μια στοιχειώδη αυτοσυγκέντρωση ώστε να εργάζομαι και να λειτουργώ κοινωνικά, έπρεπε να υποκαταστήσω, αν όχι το ηδονικό δάγκωμα του καπνού στα πνευμόνια μου, τουλάχιστον την κινησιολογία του καπνίσματος.
Πήρα λοιπόν ένα καλαμάκι και άρχισα να το κρατώ δίκην τσιγάρου. Κι έτσι
γεννήθηκε το Τσιγαμάκι: τσιγα(ρο) και (καλα)μάκι. Τότε άρχισαν να
βγαίνουν οι ιστορίες από μέσα μου, μία μία, όπως βγαίνουν τα τσιγάρα από
ένα πακέτο. Από το σχολείο, τον στρατό, τη δουλειά, τα κολασμένα έιτις και
νάιντις, απ’ όπου μπορούσα να αντλήσω μια ωραία πραγματική ή
φανταστική ιστορία.
Προσοχή: συνιστώ στους καπνιστές να κόψουν το κάπνισμα και στους άκαπνους να μην το αρχίσουν. Ωστόσο, εγώ δεν μετανιώνω ούτε για ένα από το μισό εκατομμύριο τσιγάρα που κάπνισα. Εγώ γενίτσαρος δεν γίνομαι.

