Σπουδαίος συγγραφέας ο Πορτογάλος Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, που πέθανε χθες στα 84 του. Σπουδαίος διότι, μεταξύ των άλλων, είχε τον τρόπο να μετατρέπει την εσωτερική του φωνή σε δραστικό λόγο. Ή, έστω, είχε τον δικό του, προσωπικό τρόπο να το κάνει αυτό, που είναι βεβαίως το μυστικό κάθε σημαντικού συγγραφέα. Και επειδή όπως ξέρουμε όλοι –συγγραφείς και μη– η εσωτερική μας φωνή έχει τους δικούς της χρόνους, τους μυστικούς της, απόκρυφους χώρους που σπάνια σχετίζονται με τη λογική, ο Αντούνες ήταν ένας συγγραφέας που αφουγκραζόταν αυτή τη φωνή βαθιά μέσα του, κυρίως σεβόταν στο ακέραιο κάθε χαρακτηριστικό της, κάθε ιδιοτυπία της και παραδοξότητα – κι ας ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το τι μας υπαγορεύει η καθημερινή μας εμπειρία.
Ο ρεαλισμός του μπορεί να είναι πυκνός, αμείλικτος, σχεδόν σωματικός, αλλά την ίδια στιγμή ρευστός, ευμετάβλητος. Για τον Αντούνες η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ μια εικόνα του «εκεί έξω», αλλά ένας συνδυασμός βλέμματος, μνήμης, ονείρων και Ιστορίας. Μόλις ο αναγνώστης ξεπεράσει ένα πρώτο σάστισμα, μπορεί να παρασυρθεί από μια μεθυστική αφηγηματική ροή που τον αφορά άμεσα.
Εκ πρώτης όψεως, ο Αντούνες μοιάζει να κάνει ποιητική πρόζα αλλά καμία σχέση: στα μυθιστορήματά του υπάρχει εξέλιξη, υπάρχει μια ιστορία –άναρχη αλλά ιστορία– συχνά δε πολλές ιστορίες μέσα σε μία. Κυριαρχεί δε μια ποιητική ματιά πάνω στα πράγματα, ακόμη κι όταν γράφει για έναν άνθρωπο που νοσεί από καρκίνο και αναπολεί όλη του τη ζωή, για τους πολέμους στην Ανγκόλα ή για τη δικτατορία του Σαλαζάρ. Γεννημένος το 1942 στη Λισσαβώνα, όπου και ζούσε έως το τέλος της ζωής του, ο Αντούνες σπούδασε ιατρική και ειδικεύθηκε στην ψυχιατρική. Εζησε από πρώτο χέρι τους αποικιακούς πολέμους στην Ανγκόλα, όντας στρατευμένος γιατρός τη δεκαετία του ’70. Ομως το γράψιμο ήταν η αληθινή του ζωή και το υπηρέτησε πιστά έως το τέλος.
«Μέχρι πέρυσι εμφανιζόταν σε βιβλιοπαρουσιάσεις», μου λέει η Μαρία Παπαδήμα, που μετέφρασε εξαιρετικά δύο εκπληκτικά μυθιστορήματά του, τα «Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό» (2020) και «Πάνω στα ποτάμια του κυλούν» (2019 – αμφότερα από τις εκδόσεις Πόλις). «Εως το τέλος έγραφε χρονογραφήματα, δεν είχε εγκαταλείψει», συνεχίζει.
Τη ρωτάω πόσο δύσκολος ήταν στη μετάφραση. «Πολύ, πάρα πολύ δύσκολος», αποκρίνεται αμέσως. «Πρέπει να προφυλάξεις το στοιχείο που έχει, πώς αλλάζει πρόσωπα χωρίς να το καταλάβεις. Πρέπει να υπηρετήσεις τον ρυθμό του και οφείλεις να σεβαστείς τον μη γραμμικό χρόνο που ακολουθεί. Ηταν μεγάλο στοίχημα η μετάφρασή του. Τον ήξερα, αλλά δεν ήξερα ότι μια μέρα θα τον μετέφραζα. Κάποια στιγμή ταυτίστηκα, ζούσα μέσα από το βιβλίο του. Ο Πεσόα έχει άλλη δυσκολία· εκεί η σύνταξη είναι πιο στρυφνή, ενώ στον Αντούνες σπάει σε κομμάτια η αφήγηση. Καθώς τον μεταφράζεις πρέπει μέσα στο μυαλό σου να κρατήσεις τον ειρμό».
Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί ακόμη το μυθιστόρημά του «Η άλλη όχθη της θάλασσας» (2023, μτφρ.: Αθηνά Ψυλλιά, με θέμα μια εξέγερση στην Ανγκόλα του 1961). Εχουν κυκλοφορήσει άλλα τρία βιβλία του από τις εκδόσεις Καστανιώτη και ένα ακόμη από τις εκδόσεις Πάπυρος, αλλά και οι τέσσερις αυτοί τίτλοι είναι εξαντλημένοι.

