«Πότε πέρασαν τόσα χρόνια μέσα σε ενάμιση μήνα;», αναρωτιόμαστε –μεταξύ σοβαρού και αστείου– τις τελευταίες ημέρες. Ο τίτλος του βιβλίου του Πατρίκ Μπουσρον «Τι μπορεί να κάνει η Ιστορία;» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως άβολη –πλην ακριβής– αντανάκλαση της αμηχανίας του παραπάνω ερωτήματος. Κι ας αποτελεί κι αυτό ερώτημα. Υπάρχουν, όμως, απαντήσεις σε μια συγκυρία όπου γεωπολιτικές σταθερές και μέχρι σήμερα εμπεδωμένα κεκτημένα αμφισβητούνται εν μια νυκτί;
Εάν σε 40 περίπου ημέρες «χώρεσαν» την ανατροπή-σύλληψη Μαδούρο, έναν νέο κύκλο εσωτερικών ταραχών στο Ιράν, την «εμμονική» στοχοποίηση της Γροιλανδίας από τον Ντόναλντ Τραμπ, μια εκρηκτική κλιμάκωση στη Μινεάπολη με αφορμή το μεταναστευτικό και μια υπόθεση κατασκοπείας στην Ελλάδα, πώς μπορούμε να χαρτογραφήσουμε τους 11 μήνες που έπονται;
Η «Κ» έθεσε το ερώτημα σε πέντε προσωπικότητες. Με έναν, όμως, αστερισκό: να δώσουν την απάντησή τους μέσα από ένα βιβλίο.
«Η εποχή της φιλοδοξίας», Εβαν Οσνος (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)
Κωστής Καρπόζηλος, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Είκοσι χρόνια πριν, το 2005, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος εγκαταστάθηκε στην Κίνα. Υστερα από πολυετή παραμονή και άφθονες περιηγήσεις στο εσωτερικό της χώρας έγραψε ένα βιβλίο.
Στην «Εποχή της φιλοδοξίας: τα παιχνίδια της τύχης, της αλήθειας και της πίστης, σε μια Κίνα που μεταμορφώνεται» δεν θα βρει κανείς χρησμούς για το μέλλον. Αλλά θα βρει ένα ερμηνευτικό σχήμα για τον κόσμο που ζούμε. Το κεντρικό επιχείρημα του Εβαν Οσνος, το οποίο προκύπτει από ένα καλειδοσκόπιο εμπειριών που εκτείνεται από τα dating-sites μέχρι τις συνήθειες των Κινέζων τουριστών όταν επισκέπτονται τη «Δύση», είναι ότι το επίκεντρο του μεγάλου μετασχηματισμού σχετίζεται με την απελευθέρωση της «φιλοδοξίας» σε μια χώρα που για δεκαετίες την είχε δαιμονοποιήσει.
Αυτό που κάνει ξεχωριστή την πραγμάτευσή του είναι η κριτική ματιά πάνω σε αυτό το φαινόμενο. Δεν έχουμε μια αφήγηση αποθέωσης –που θα μας θύμιζε την απλοϊκή σαγήνη της μαοϊκής Κίνας σε τμήματα της δυτικής διανόησης–, ούτε όμως και μια αφήγηση διαποτισμένη από τη δυτική και φιλελεύθερη υπεροψία. Διαβάζοντας την «Εποχή της φιλοδοξίας» ένιωσα αμηχανία. Αμηχανία για την ευρωκεντρική μας ματιά, την αδυναμία αναμέτρησης με το αυτονόητο –ότι συντελείται μια καθοριστική μεταβολή ισχύος από τη «Δύση» στην «Ανατολή»–, και τα όρια των απλουστευτικών ερμηνειών που βλέπουν στην Κίνα είτε έναν δαίμονα είτε –σπανιότερα– ένα υπόδειγμα.
Το πιο ανησυχητικό όμως, αυτό που πιθανά καθιστά το βιβλίο ως έναν δυνάμει οδηγό κατανόησης του 2026, είναι η συνειδητοποίηση ότι το κινεζικό πολιτικό μοντέλο δεν βρίσκεται σε ολική αντιδιαστολή με αυτό των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών. Προφανώς, δεν είμαστε εκεί που ένα Κόμμα –το όποιο κόμμα– είναι το μοναδικό. Αλλά ο έλεγχος της δημόσιας σφαίρας, η ιδέα ότι το «εθνικό συμφέρον» είναι «ένα», η οργανική διαπλοκή μεταξύ πολιτικής και οικονομικής ισχύος αποτελούν πλέον γνωρίσματα της αυταρχικής δημοκρατίας των καιρών μας. Η Κίνα του Εβαν Οσνος δεν παραπέμπει σε μια δικτατορία. Λειτουργεί αντίθετα ως μια υπόμνηση ότι ο συνδυασμός της φρενήρους καπιταλιστικής ανάπτυξης και του πολιτικού αυταρχισμού μπορεί να δημιουργεί κοινωνικές συμμαχίες και το καταλυτικό επιχείρημα ότι αυτός εξασφαλίζει ενός είδους, ιδιόμορφης, ευημερίας. Και αυτό το πεισματάρικο γεγονός -που αναδύεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου- δοκιμάζει τις βεβαιότητές μας και απαιτεί πρώτα την κατανόησή του πριν αναζητήσουμε την όποια απάντηση.
«Τι μπορεί να κάνει η Ιστορία», Πατρίκ Μπουσρόν (εκδ. Πόλις)
Μαρία Κατσουνάκη, δημοσιογράφος
Πράγματι• μας έχουν κουράσει τα προφητικά κηρύγματα. Είχε δίκιο ο ιστορικός Πατρίκ Μπουσ(ε)ρόν στο εναρκτήριο μάθημά του στο College de France πριν από 10 χρόνια (17 Δεκεμβρίου 2015), το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά (εκδ. Πόλις, 2017) με τον τίτλο «Τι μπορεί να κάνει η ιστορία», σε μετάφραση του Γιάννη Μπαλαμπανίδη.
Σε αυτούς τους ανιστόρητους καιρούς που ο καθένας δίνει στα γεγονότα το σχήμα που τον εξυπηρετεί, που επιτίθεται στην ορθή κρίση, στην έγκυρη πληροφορία και στην εμπεριστατωμένη γνώση, είτε από άγνοια είτε εσκεμμένα, από πεποίθηση, τι πρέπει να κάνουμε για να αντέξουμε αλλά και τι πρέπει να κάνει η Ιστορία «για να παραμείνει πιστή στον εαυτό της»; Βρισκόμαστε, λέει ο Μπουσ(ε)ρόν, στην καρδιά της καταιγίδας, που παίρνει δύο εξίσου εκκωφαντικές μορφές: της ατέρμονης πολυλογίας και της έντρομης μεγαλοπρεπούς σιωπής. Κι αν ισχυριζόμαστε ότι το καθήκον των σημερινών ιστορικών δεν είναι τίποτα λιγότερο από το να βγάλει την ανθρωπότητα από τα σκοτάδια, πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει πράξη, σήμερα; Στην εποχή του Διαδικτύου, της διάσπασης προσοχής, της απελπιστικής αδιαφορίας σε οτιδήποτε απαιτεί χρόνο, παύσεις και αναψηλάφηση των γεγονότων;
Και πώς οι αφηγήσεις του για τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση στην Ευρώπη αγγίζουν ή αφορούν τη σημερινή πραγματικότητα; Τα μαθήματα Ιστορίας όταν προέρχονται από ανθρώπους που αγκαλιάζουν όλο το φάσμα του πολιτισμού και δεν εξαντλούνται, αυστηρά, σε γεγονότα, μπορεί να αποκαλύψουν εκφάνσεις απροσδόκητα συγγενείς και οικείες. Οπως το δάνειο απόσπασμα από μάθημα του σπουδαίου Γάλλου ιστορικού Φερνάν Μπρωντέλ (1902 -1985), στο οποίο γίνεται αναφορά στους κατηφείς ανθρώπους στα χρόνια μετά το 1560. «Κατηφείς, ναι, αναμφίβολα, αυτοί οι άνθρωποι που είναι εκτεθειμένοι σε κάθε είδους χτυπήματα, σε κάθε είδους εκπλήξεις, σε κάθε είδους προδοσίες άλλων ανθρώπων ή της μοίρας, σε κάθε είδους πίκρες, σε κάθε είδους ανώφελες εξεγέρσεις… Γύρω τους και μέσα τους, τόσοι ανειρήνευτοι πόλεμοι… Αλίμονο! Αυτοί οι κατηφείς άνθρωποι μας μοιάζουν σαν να είναι αδέλφια μας».
Ως αιτία της κατήφειας αναφέρεται «η βαθιά αποσταθεροποίηση των συλλογικών τους ταυτοτήτων». Μια κατάσταση αβεβαιότητας όπου τα όρια ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη γίνονται δυσδιάκριτα.
Πόσες από αυτές τις διαπιστώσεις, δεν αποδίδουν, άραγε, με ενάργεια, το τοπίο του 21αιώνα, δεν μας κάνουν να σκεφτούμε ότι όποια εκδοχή καταστροφής νιώθουμε να πλησιάζει ή όποιος κίνδυνος μας περιβάλλει, μοιάζει μάλλον με συνέχεια παρά με αιφνίδια ρήξη; «Η διαρκής έγνοια της γνώσης», όπως υποστηρίζει ο Μπουσ(ε)ρόν, «είναι αυτό που μας επιτρέπει να αντιστεκόμαστε στα εγχειρήματα κάθε άδικης εξουσίας που θέλει να απαλείψει το πραγματικό, στο όνομα του ρεαλισμού των καθημερινών πραγμάτων».
«Before the Storm: Barry Goldwater and the Unmaking of the American Consensus», του Ρικ Πέρλσταϊν
Γιάννης Παλαιολόγος, δημοσιογράφος
Το συντηρητικό κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταπολεμικά έχει διεκδικήσει επανειλημμένως με επιτυχία την πρωτοβουλία των κινήσεων. Πολεμώντας κατά πραγματικών και φανταστικών εχθρών, σφυροκοπώντας την «Αριστερά» (δηλαδή τους Δημοκρατικούς) για δήθεν σοσιαλιστικές τάσεις και άλλα εγκλήματα κατά των ιδεωδών της Αμερικής, η αμερικανική Δεξιά έχει υπάρξει μήτρα ιδεών και προσωπικοτήτων που άλλαξαν καταλυτικά τις ΗΠΑ – και τον κόσμο.
Με τον Ντόναλντ Τραμπ, ζούμε τη νεότερη –και πιο τρικυμιώδη– εκδοχή του φαινομένου: μέσα σε 10 χρόνια, η φιλοσοφία του MAGA, γεμάτη με εσωτερικές αντιφάσεις και με τις πολιτικές του ίδιου του εμπνευστή της ως προέδρου συχνά να κινούνται σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση, έχει ωστόσο κυριεύσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Το ελεύθερο εμπόριο, η ανοχή στη μετανάστευση, ο στρατιωτικός επεμβατισμός εις το όνομα της δημοκρατίας – όλα πετάχτηκαν από το παράθυρο. Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ μπορεί να αυτοσχεδιάζει και να κινείται με βασικό γνώμονα τον προσωπικό του πλουτισμό· αλλά, με τις ιμπεριαλιστικές του εξάρσεις, την εχθρικότητά του απέναντι σε συμμάχους και τη χρήση των δασμών ως προτιμητέου μέσου οικονομικού εξαναγκασμού, έχει θέσει τις ΗΠΑ σε μία νέα, επικίνδυνη τροχιά.
Ο προηγούμενος συντηρητικός πρόεδρος που ταρακούνησε εξίσου την Αμερική και τον κόσμο ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, που είχε κι αυτός ως σύνθημα στην πρώτη νικηφόρο του καμπάνια για την προεδρία το 1980 το «Make America Great Again». Ο προοδευτικός ιστορικός Ρικ Πέρλσταϊν έχει γράψει μία εκπληκτική τετραλογία για τη μεταπολεμική άνοδο του συντηρητικού κινήματος, που ολοκληρώνεται με τη θριαμβευτική εκλογή του Ρέιγκαν επί του Τζίμι Κάρτερ.
Αυτές τις μέρες διαβάζω το πρώτο μέρος της τετραλογίας, το «Before the Storm: Barry Goldwater and the Unmaking of the American Consensus». Το βιβλίο, εξαιρετικά ζωηρά γραμμένο και με απίστευτη λεπτομέρεια (όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα), καταγράφει τα ρεύματα και τις ομάδες που είχαν δυσανασχετήσει βαθιά με τις πολιτικές της 20ετίας Ρούζβελτ και Τρούμαν, από τους φανατικούς αντικομμουνιστές του John Birch Society και τους φοιτητές υπό την επιρροή του Γουίλιαμ Φ. Μπάκλεϊ έως μικρομεσαίους βιομήχανους που δεινοπαθούσαν από την αυξημένη φορολογία, τα μέτρα υπέρ των συνδικάτων και άλλες πολιτικές του New Deal και του Fair Deal.
Ο Πέρλσταϊν εξιστορεί πώς τα ρεύματα και οι ομάδες αυτές έγιναν στρατιώτες σε ένα νεοσύστατο, ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο απέρριπτε τόσο τις πολιτικές των Δημοκρατικών όσο και τους Ρεπουμπλικανούς (όπως ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ) που ήταν απρόθυμοι να συγκρουστούν μετωπικά με αυτές. Ως ηγετική μορφή του, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, αναδύθηκε ο γερουσιαστής από την Αριζόνα, Μπάρι Γκόλντγουοτερ, που καβάλησε το κύμα αυτό ώστε να αναδειχθεί σε υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία το 1964.
Ο Γκόλντγουοτερ ηττήθηκε κατά κράτος τη χρονιά εκείνη από τον Λίντον Τζόνσον. Η ήττα του όμως αποδείχθηκε απλά το τέλος της αρχής της συντηρητικής αντεπανάστασης, που 16 χρόνια αργότερα θα εκτόξευε τον Ρέιγκαν στον Λευκό Οίκο.
Η τραμπική αντεπανάσταση, στα μάτια της οποίας ο ρεϊγκανισμός ήταν η πολιτική έκφραση της μισητής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, έχει ήδη διαρκέσει δέκα χρόνια. Το 2020, πολλοί βιαστήκαμε να ξεγράψουμε τον Τραμπ ως μία παρένθεση. Το 2024, η αποφασιστική του νίκη χαιρετίστηκε ως η αρχή ενός realignment στην αμερικανική πολιτική. Το βιβλίο του Πέρλσταϊν μας θυμίζει πόσο λάθος είναι στην πολιτική να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα – και πόσους μετασχηματισμούς έχει υποστεί η αμερικανική Δεξιά από τις μέρες του μακαρθισμού έως το MAGA.
«Ξένο Χώμα», Τζανίν Κάμμινς (εκδ. Δώμα)
Βίβιαν Στεργίου, συγγραφέας
Στο μυαλό μού έρχεται ένα μάλλον αμφιλεγόμενο βιβλίο, το «American Dirt» της Τζανίν Κάμμινς (στα ελληνικά κυκλοφορεί ως «Ξένο Χώμα» από το Δώμα). Το βιβλίο μού ’ρθε μαζί με τις ειδήσεις: ένα μικρό αγόρι συλλαμβάνεται καθώς επιστρέφει από το νηπιαγωγείο στο σπίτι. Ισπανόφωνοι ταξιτζήδες, καθαρίστριες, δασκάλες ή απλοί διαβάτες με χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν καταγωγή από τη Λατινική Αμερική ανακρίνονται, υποβαθμίζονται στο στάτους του όχι πολίτη/όχι ανθρώπου, αποδέχονται τον εξευτελισμό, για να μην πάθουν τα χειρότερα. Η διοίκηση μπορεί να σε κλείσει σε κλουβί περικυκλωμένο από αλιγάτορες, επειδή μιλάς ισπανικά και καθαρίζεις τουαλέτες. Αυτό δεν είναι μυθοπλασία.
Το «Ξένο Χώμα» είναι καλή μυθοπλασία φτιαγμένη από πραγματικότητες. Οπωσδήποτε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα, παγκόσμιο μπεστ σέλερ που διαβάζεται σαν σπαρακτικό θρίλερ με μετανάστες. Στο βάθος του τούνελ έχει και κάποιο φως. Η Λύδια εγκαταλείπει το σπίτι και το βιβλιοπωλείο της στο Ακαπούλκο. Η ζωή της, τ’ αγαπημένα της πρόσωπα κι ό,τι θεωρεί πολύτιμο κινδυνεύουν. Την καθημερινότητά τους τσαλαπατούν η βία και τα όπλα των καρτέλ του Μεξικού. Δεν έχει επιλογές, πρέπει να φύγει. Με το μικρό της αγόρι παραμάσχαλα, τον Λούκα, καλείται να διασχίσει την έρημο, να συναναστραφεί διακινητές, να λαδώσει, να σκαρφαλώσει, να επιβιβαστεί σε τρένα του θανάτου, να κάνει υπομονή, να κρυφτεί και να σιωπήσει, για να φτάσει στα σύνορα. Κι από κει στη γη της επαγγελίας, τις ΗΠΑ. Ενα πικρό, κατά τόπους τρυφερό, παραμύθι για τη δύναμη της θέλησης και τα συστήματα που διαιωνίζουν την απόγνωση και τη σκληρότητα. Αφού το διαβάσετε, θα δυσκολευτείτε να μην το σκέφτεστε για μερικές εβδομάδες.
«Η Ρωσία του 21ου αιώνα σε 10 μαθήματα», Βασίλης Σιταράς (εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις)
Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος
Το βιβλίο «Η Ρωσία του 21ου αιώνα σε 10 μαθήματα» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2025) του δρος Βασίλη Σιταρά, αποτελεί ίσως την πρώτη, στην ελληνική βιβλιογραφία, απόπειρα ολιστικής προσέγγισης της σύγχρονης Ρωσίας. Βαθύς γνώστης της Ρωσίας, ο κ. Σιταράς στοιχειοθετεί την αξιολόγηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Μόσχας, καθώς και την «ατομική διπλωματία» μέσω της κρατικής ROSATOM (βλ. Σταθμός Ακούγιου στην Τουρκία). Υποστηρίζεται, με ισχυρά επιχειρήματα, πως η διεθνής συμπεριφορά της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν αποτελεί παρά εξωτερίκευση της εσωτερικής της κατάστασης, η οποία ενέχει τεράστιες προκλήσεις, όπως οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, η τεχνολογική υστέρηση, το δημογραφικό και η εκτεταμένη διαφθορά. Ουσιαστικά, η αναθεωρητική εξωτερική πολιτική μετά το 2008 δρα ως μοχλός νομιμοποίησης του καθεστώτος Πούτιν, το οποίο έχει αποτύχει να εκσυγχρονίσει τη χώρα. Ως παρακμάζουσα δύναμη (2% του παγκόσμιου ΑΕΠ έναντι 10,5% ως ΕΣΣΔ πριν από 60 έτη), δεν μπορεί να ηγηθεί του «παγκόσμιου Νότου» ή οποιουδήποτε άλλου σχήματος ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία. Ως εκ τούτου, εκτιμά ο συγγραφέας, δρα ως κράτος-spoiler (διαφθορέας) με όραμα τη «Διεθνή Αταξία», μέσω μιας τριπλής «μη ικανοποίησης»: α) ανάμεσα στις ηγεσίες της Δύσης, β) ανάμεσα στις δυτικές «ελίτ» και τις ευρύτερες κοινωνίες τους και γ) ανάμεσα στη Δύση και τον παγκόσμιο Νότο. Αυτοί είναι, κατά τον Βασίλη Σιταρά, οι τρεις αντικειμενικοί σκοποί της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, πολύ επέκεινα της Ουκρανίας, και το 2026 κινδυνεύουν να επιτευχθούν, ειδικά, δε, ο πρώτος, όπως δείχνει το πρωτοφανές χάσμα εντός του ΝΑΤΟ για τη Γροιλανδία. Ο πρόεδρος Πούτιν ποντάρει στο πρόσωπο του Αμερικανού ομολόγου του, με τον οποίο είναι, σε κάποιο βαθμό, ομονοούντες: αμφότεροι πιστεύουν στο «Δίκαιο της ισχύος» και στις «σφαίρες επιρροής» μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, ενώ οι μέθοδοι επιβολής του Πούτιν στο εσωτερικό εκτιμώνται δεόντως από την αμερικανική ηγεσία. Εντούτοις, παρατηρεί ο συγγραφέας, ακόμη κι αν η νέα ηγεσία των ΗΠΑ εμφανίζεται διατεθειμένη να δώσει συγχωροχάρτι στη Μόσχα και πάντως να βρει μία λειτουργική σχέση μαζί της, η δυσμενής για την τελευταία πραγματικότητα, ήτοι η απώλεια ανταγωνιστικότητας και η κατιούσα πορεία της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, είναι μη αναστρέψιμες, εξ ου και οι αναπτυξιακές προοπτικές μέχρι το 2055 (αναλύονται στο τελευταίο Κεφάλαιο) κρίνονται μελανές. Επιπλέον, ο μείζων εμπορικός, επενδυτικός και ενεργειακός εταίρος της Ρωσίας, προ του 2022, ήταν σταθερά η Ε.Ε. ως σύνολο, και όχι οι ΗΠΑ. Συνεπώς η Ευρώπη –και μόνο– κρατάει τα κλειδιά της όποιας ρωσικής επανένταξης στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
Είναι πιθανό το ουκρανικό ζήτημα να μη διευθετηθεί πλήρως ούτε το 2026. Ο πρόεδρος Πούτιν έχει καταστήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία ζωτικό χαρακτηριστικό του κυρίαρχου αφηγήματός του. Και μάλιστα προσπαθεί μέσα από τη συντήρηση αυτού να διατηρεί την οικονομική ανάπτυξη σε υποφερτά επίπεδα, όσο θα βρίσκεται σε mode πολέμου. Τι θα γίνει όμως κατόπιν; Επί παραδείγματι, πώς θα απορροφηθούν στην αγορά εργασίας οι εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες που σήμερα βρίσκονται στο πολεμικό μέτωπο; Πώς θα προκύψουν αναπτυξιακοί ρυθμοί, όταν θα σταματήσουν να παράγονται τόσα οπλικά συστήματα; Θα δεχτεί ο Τραμπ και οι Ευρωπαίοι την επαναφορά της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας ή θα υποχρεωθεί η Ρωσία να στρέψει το σύνολο των εξαγωγών της προς την Ασία, δημιουργώντας συνθήκες μονοψώνιου; Εν τέλει, είναι αποφασισμένος ο Τραμπ να ασκήσει αποτελεσματική πίεση στον Πούτιν για να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία ή δεν θέλει να λάβει σκληρά μέτρα που ενδέχεται να κλονίσουν τη σχέση του με τον Ρώσο πρόεδρο, κάτι που προσώρας ο τελευταίος αντιλαμβάνεται και εξ αυτού διατηρεί την πρωτοβουλία αλλά και μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων; Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα κρίνουν την έκβαση του Ουκρανικού αλλά και ευρύτερα σημαντικό μέρος των διεθνών εξελίξεων.

«Η εποχή της φιλοδοξίας», Εβαν Οσνος (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)
«Τι μπορεί να κάνει η Ιστορία», Πατρίκ Μπουσρόν (εκδ. Πόλις)
«Before the Storm: Barry Goldwater and the Unmaking of the American Consensus», του Ρικ Πέρλσταϊν
«Ξένο Χώμα», Τζανίν Κάμμινς (εκδ. Δώμα)
«Η Ρωσία του 21ου αιώνα σε 10 μαθήματα», Βασίλης Σιταράς (εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις)
