LISA RIDZEN
Οι γερανοί πετούν νότια
μτφρ.: Αγγελική Νάτση
εκδ. Μεταίχμιο
σελ. 448
Λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του παππού της έφθασαν στα χέρια της Λίσα Ρίτσεν οι σημειώσεις των φροντιστών της «Βοήθειας στο σπίτι», που κατέγραφαν τις καθημερινές συναναστροφές τους μαζί του: τι έφαγε, τι σκεφτόταν, πώς ήταν στην υγεία του, τις δραστηριότητές του, τις επιθυμίες του κάθε μέρα. Αυτό το ιδιότυπο ημερολόγιο ήταν η έμπνευση για το πρώτο της βιβλίο, «Οι γερανοί πετούν νότια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και ήδη μεταφράζεται σε 35 γλώσσες. Κεντρικός ήρωας είναι ο Μπου, ένας ηλικιωμένος άνδρας που ζει μόνος του σε μια αγροτική περιοχή στη Νόρλαντ, μετά την εισαγωγή της συζύγου του σε μονάδα φροντίδας ανθρώπων με άνοια. Για συντροφιά έχει τον σκύλο του, τον Σίξτεν. Οι επισκέπτες του περιορίζονται στον γιο του, Χανς, και στους φροντιστές του, που μεριμνούν για τη διατροφή, τη φαρμακευτική αγωγή και την ατομική υγιεινή του. Ο Μπου μοιάζει συμφιλιωμένος με την καθημερινότητά του. Του λείπει η Φρεντρίκα, μια ζωή έζησαν μαζί, τον λυπεί το πλαδαρό, συρρικνωμένο σώμα του, τον θυμώνει η αδυναμία του να ανταποκριθεί σε δραστηριότητες που άλλοτε τις κατάφερνε χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, αλλά έχει τις αναμνήσεις του, τον καλό του φίλο τον Τούρε που μιλούν στο τηλέφωνο και φυσικά τον Σίξτεν. Μέχρι που ο Χανς αποφασίζει ότι ο πατέρας του είναι πια πολύ εύθραυστος για να φροντίζει τον σκύλο και κινεί τις διαδικασίες για τη μεταφορά του σε άλλη οικογένεια.
Η δυσφορία του Μπο γρήγορα μετατρέπεται σε πανικό και μετά σε οργή. Η σύγκρουση με τον γιο του τον οδηγεί να ανοίξει το χρονοντούλαπο της ιστορίας, ανασύροντας αναμνήσεις από την κοινή τους ζωή, στιγμιότυπα χαράς και τρυφερότητας, αλλά και ασυνεννοησία, καβγάδες, έλλειψη επικοινωνίας. Ο Μπο, παρότι τα μάτια του έχουν πια θολώσει και τον πονούν, βλέπει πλέον ξεκάθαρα το πώς δεν κατόρθωσε να χτίσει με τον γιο του μια σχέση αγάπης, τρυφερότητας και κατανόησης – γιατί τότε οι άνδρες ήταν «αλλιώς».
Η Ρίτσεν, που κάνει το διδακτορικό της στην κοινωνιολογία με αντικείμενο της έρευνάς της τους κανόνες της αρρενωπότητας στον σουηδικό Βορρά, κατορθώνει με μια λιτή αφήγηση, χωρίς βαρύγδουπα ή συναισθηματικά φορτισμένα επίθετα, να συνθέσει το παζλ της σχέσης δύο κυρίαρχων αρσενικών, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, και παράλληλα να την τοποθετήσει σε ένα κοινωνικό και γεωγραφικό πλαίσιο στη διάρκεια μερικών δεκαετιών. Την ίδια στιγμή, με τρυφερότητα αλλά και ακρίβεια περιγράφει τη μάχη ενός ανθρώπου να αποδεχθεί τη φθορά, την ευαλωτότητα, την απώλεια της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του, ακόμα και του δικαιώματός του να αποφασίζει για τον εαυτό του. Δεν εκβιάζει τη συμπόνια ή τη λύπηση για τον ήρωά της, άλλωστε δεν της χρειάζεται για να κατορθώσει να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η τόσο αφτιασίδωτη περιγραφή της ανθρώπινης κατάστασης γεννά αβίαστα μια έγνοια για αυτόν τον γκρινιάρη και μελαγχολικό γέρο και καμία ανάγκη να τον κρίνει κανείς. Ο Μπο δεν παρουσιάζεται καλός ούτε κακός, ούτε συμπαθής ούτε αντιπαθής· μπορεί να έχει φερθεί με καλοσύνη ή με κακία, να έχει υπάρξει συμπαθητικός αλλά και αντιπαθητικός, και τι μ’ αυτό; Ο Μπο είναι απλώς ένας άνθρωπος που βλέπει τη ζωή του να τελειώνει. Δεν προσπαθεί καν να κάνει τον απολογισμό του, δεν φαίνεται να έχει συναίσθηση ότι αυτό ακριβώς κάνει όταν αναπολεί τα χρόνια που πέρασαν. Απλώς ζει λίγο ακόμα και, ακόμα και κάπως όψιμα, συμφιλιώνεται με τον εαυτό του και τους αγαπημένους του.

