Ινβιλ Χ. Ρισχέι στην «Κ»: Ελπίζω, αλλά δεν πιστεύω στο θαύμα

Ινβιλ Χ. Ρισχέι στην «Κ»: Ελπίζω, αλλά δεν πιστεύω στο θαύμα

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, οι εθισμοί, οι κοινωνικές παθογένειες, ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν

5' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«[…] Δεν μπορώ να μην ελπίζω. Ετσι είναι φτιαγμένο το μυαλό μου. Ελπίζω […] να κλείσουν όλες οι αντλίες μπίρας στη γη, να στερέψουν για πάντα όλες οι κάνουλες, πράγμα αδύνατον, γιατί πάντα υπάρχει μία μπίρα και εγώ τώρα σκοτείνιασα. […] και μετά έρχεται η νύχτα, γιατί η νύχτα πάντα έρχεται».

Αυτές είναι οι σκέψεις της δωδεκάχρονης Ρόνια, της πρωταγωνίστριας του βιβλίου «Ο δρόμος προς τα αστέρια» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη), της βραβευμένης συγγραφέως από τη Νορβηγία, Ινβιλ Χ. Ρισχέι. Η Ρόνια μιλάει για τον πατέρα της, τον οποίο αγαπάει βαθιά, παρότι εκείνος παλεύει με τον αλκοολισμό, μια μάχη που βαρύνει όλη την οικογένεια.

Η ιστορία εκτυλίσσεται τον Δεκέμβριο, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, σε μια γειτονιά του Οσλο, όπου επικρατεί ένα κλίμα υπερκαταναλωτισμού, με τον κόσμο να ξεχύνεται στους δρόμους για τα ψώνια των γιορτών. Η Ρόνια ζει εκεί με την αδελφή της, τη δεκαεξάχρονη Μελίσα, και τον πατέρα τους, που έχει χάσει τη δουλειά του και προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια του. Αν και η μικρή καταφέρνει να του βρει δουλειά ως πωλητή χριστουγεννιάτικων δέντρων, εκείνος γρήγορα ξανακυλάει στο ποτό και τα δύο κορίτσια παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Εχοντας ήδη μάθει πώς λειτουργεί ο κόσμος, τι τον συγκινεί και τι τον κάνει να ανοίξει το πορτοφόλι του, η Ρόνια με τη βοήθεια της μεγαλύτερης αδελφής της αρχίζει να δουλεύει στο πόστο που παράτησε ο πατέρας της. «Δουλειά μου ήταν να στέκομαι απλώς στο πεζοδρόμιο αγκαλιά με ένα χριστουγεννιάτικο δεμάτι […] να φέρνω πελάτες στον πάγκο και να δείχνω αδύνατη, καλόβολη και φτωχούλα. Η Μελίσα έλεγε σιγά μην είναι τόσο βλάκας ο κόσμος, έλα όμως που ήταν».

Η Ρισχέι μέσα από τη φωνή της Ρόνια αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που δεν μοιάζει με τις υπόλοιπες. Το παιδικό βλέμμα καταγράφει τις παθογένειες των βορειοευρωπαϊκών κοινωνιών, την υποκρισία και την καλοσύνη που ο κόσμος εκφράζει μόνο τα Χριστούγεννα.

«Ο δρόμος προς τα αστέρια» είναι μέχρι στιγμής το μοναδικό έργο της Ρισχέι που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Οπως και στην υπόλοιπη εργογραφία της, η οποία αποτελείται από συλλογές διηγημάτων και παιδικά βιβλία, έτσι και εδώ στρέφει την προσοχή της σε ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο. Το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρείται η πιο ώριμη έκφραση των θεμάτων που την απασχολούν, τα οποία φωτίζονται για πρώτη φορά μέσα από τη φόρμα του μυθιστορήματος. Η ιδέα, όπως μας λέει, προήλθε από μια εικόνα που δεν μπήκε στο βιβλίο αλλά έθεσε σε κίνηση την ιστορία. «Μια μέρα περπατούσα στο δάσος κοντά στο σπίτι μου και ξαφνικά φαντάστηκα μια χριστουγεννιάτικη αγορά δέντρων που μεταμορφωνόταν σε πραγματικό δάσος, με τα κομμένα δέντρα να ξαναβγάζουν ρίζες», σημειώνει. «Μια άλλη ιδέα ήταν η φωνή της Ρόνια, που άρχισε να μιλάει μέσα στο κεφάλι μου· την έβλεπα να στέκεται μπροστά από το σχολείο της, στο Oσλο. Και μια τρίτη ιδέα ήρθε από το βιβλίο “The Brothers Lionheart” της Aστριντ Λίντγκρεν. Κάθε ιστορία που έχω γράψει δεν ξεκίνησε από μία αλλά από διαφορετικές ιδέες. Οι περισσότερες δεν εξελίσσονται ποτέ σε ιστορίες· μένουν ως σημειώσεις σε ένα τετράδιο. Αλλά δεν χάνονται, θεωρώ ότι όλη η διαδικασία της γραφής είναι μια συνεχής άσκηση».

– Ο πατέρας είναι μια τραγική φιγούρα που παλεύει με τον αλκοολισμό. Πώς προσεγγίσατε τη συγγραφή ενός τέτοιου χαρακτήρα χωρίς να τον δαιμονοποιήσετε;

– Ηταν πραγματικά δύσκολο. Σε ένα τόσο σύντομο βιβλίο, μία και μόνο σκηνή μπορεί να αλλάξει εντελώς τον τρόπο που ο αναγνώστης βλέπει αυτόν τον χαρακτήρα. Γι’ αυτό στα πρώτα στάδια είχα πολλούς και διαφορετικούς αναγνώστες και τους ρωτούσα συνεχώς: «Τώρα σου αρέσει ο πατέρας; Τώρα σε θυμώνει;». Ηθελα να νιώσουν την ίδια αμφιθυμία που νιώθει η Ρόνια – τον αγαπάει, αλλά από την άλλη θυμώνει και απογοητεύεται μαζί του.

«Οι ανισότητες στο Οσλο είναι ορατές, ακριβώς επειδή είναι μια μικρή πόλη όπου το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς μεγα- λώνει συνεχώς».

– Το βιβλίο παρουσιάζει δύο παιδιά τα οποία παλεύουν ενάντια στη φτώχεια και στην αδιαφορία, σε μια σκανδιναβική χώρα που θεωρείται πρότυπο κοινωνικού κράτους. Πώς εξηγείτε αυτή την αντίφαση;

– Ναι. Οι ανισότητες στο Οσλο είναι ορατές, ακριβώς επειδή είναι μια μικρή πόλη όπου το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς μεγαλώνει συνεχώς. Στο Τέγιεν, στην περιοχή όπου ζει η Ρόνια, οι διαφορές είναι τεράστιες. Το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό πίεση και, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να παλέψουμε για να το διατηρήσουμε. Δεν το λέω αυτό επειδή είμαι «καλός άνθρωπος». Το λέω εντελώς εγωιστικά. Θέλω ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος γιατί ξέρω ότι όλοι θα χρειαστούμε τη βοήθειά του κάποια στιγμή. Οταν είσαι νέος και δυνατός, ίσως σου φαίνεται άδικο να πληρώνεις φόρους, ίσως πιστεύεις ότι δεν θα χρειαστείς ποτέ στήριξη. Αλλά θα τη χρειαστείς – και εσύ, και ο πατέρας σου, και τα παιδιά σου.

– Πιστεύετε ότι οι δυτικές κοινωνίες έχουν χάσει το «θαύμα» των Χριστουγέννων;

– Δεν είμαι θρησκευόμενη, οπότε ποτέ μου δεν πίστεψα πραγματικά στο θαύμα των Χριστουγέννων. Παρόλο που στο βιβλίο μου κάποιοι χαρακτήρες μιλούν για θαύματα, εγώ προσωπικά ελπίζω, αλλά δεν πιστεύω σε αυτά. Πιστεύω περισσότερο στην πολιτική και στις πράξεις.

Τις οικογένειες σαν της Ρόνια πρέπει να τις βοηθάμε όλο τον χρόνο και όχι μόνο τα Χριστούγεννα. Ενα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που τόσο επιθυμούσε, δεν θα αλλάξει τη ζωή της. Αυτό που θα τη βοηθούσε πραγματικά θα ήταν αν κάποιος πήγαινε τον πατέρα για αποτοξίνωση, μετά για αποκατάσταση και στη συνέχεια τον βοηθούσε να βρει δουλειά. Αυτό μπορούν να το κάνουν τόσο το κράτος όσο και οι άνθρωποι γύρω μας. Πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν είναι πάντα οι ίδιοι άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια. Τη μια μέρα είναι ο γείτονάς μου· την άλλη μπορεί να είμαι εγώ.

– Η Ρόνια θυμίζει το παραμύθι του Αντερσεν «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Πώς δουλέψατε με αυτό το κλασικό έργο για να το φέρετε στο παρόν;

– Οταν κατάλαβα ότι είχα γράψει μια ιστορία για ένα φτωχό κορίτσι που πουλάει πράγματα τα Χριστούγεννα, ήξερα ότι θα συγκρινόταν με το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα». Αυτό λοιπόν το αξιοποίησα σε ένα μετα-επίπεδο. Δεν μου αρέσει η ιδέα της μεσαίας τάξης αναγνωστών που διαβάζουν ιστορίες για παιδιά της εργατικής τάξης απλώς για να «νιώσουν» το πνεύμα των Χριστουγέννων. Γι’ αυτό ήθελα η Ρόνια, σε αντίθεση με την πρωταγωνίστρια του Αντερσεν, να έχει τον έλεγχο της αφήγησης και να παίζει συνειδητά τον ρόλο του «φτωχού κοριτσιού» για να πείσει τους πελάτες της μεσαίας τάξης να αγοράσουν τα χριστουγεννιάτικα κλαδιά της.

Ινβιλ Χ. Ρισχέι στην «Κ»: Ελπίζω, αλλά δεν πιστεύω στο θαύμα-1
Είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως που μεταφράζεται στα ελληνικά.
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT