«Ο Γιάννης Μπουτάρης δεν υπήρξε ποτέ ένας συνηθισμένος πολιτικός. Ούτε έμοιαζε με τους παραδοσιακούς δημάρχους, ούτε φρόντισε να “στρώσει” το προφίλ του για να γίνει πιο αρεστός. Με το βλέμμα του να περιπλανιέται συνεχώς, με το σώμα του σημαδεμένο από τατουάζ, με την ειλικρίνεια που συχνά προκαλούσε σοκ, με το ποτήρι του κρασιού που άλλοτε υπήρξε καταφύγιο κι άλλοτε κατάρα, έδωσε από την αρχή την εντύπωση ότι κουβαλάει κάτι το ανοίκειο για τα ελληνικά πολιτικά ήθη». Αυτά γράφει ο δημοσιογράφος Αρης Δημοκίδης στον πρόλογο του βιβλίου «Γιάννης Μπουτάρης. Η πολιτική αλλιώς» που έγραψε ο Λεωνίδας Μακρής.
Γεννημένος το 1972 στη Θεσσαλονίκη και με σπουδές Ψυχολογίας, Επικοινωνίας και Κοινωνικών Επιστημών στην Ελλάδα και στη Βρετανία, ο συγγραφέας διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης ως επίκουρος καθηγητής στο γνωστικό αντικείμενο Πολιτική Θεωρία και Κράτος.
Ο Λ. Μακρής εργάστηκε για περίπου οκτώ χρόνια ως σύμβουλος του δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη, ειδικός σε θέματα πολιτικής στρατηγικής και διοικητικής μεταρρύθμισης. Από αυτή την άποψη ειδικά, η μαρτυρία και η άποψή του για τα πεπραγμένα του Γ. Μπουτάρη παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον. Οπως ορθά επισημαίνει ο Αρης Δημοκίδης, το βιβλίο δεν είναι τυπική βιογραφία, ούτε απλή καταγραφή πεπραγμένων, αλλά προσεγγίζει τον Μπουτάρη σε τρία επίπεδα: «Ως άνθρωπο, ως πολιτικό και ως σύμβολο μιας άλλης πολιτικής κουλτούρας».
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη και η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα.
Η. Μ.
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Η Θεσσαλονίκη έχει υπάρξει μια μεγάλη και ακμάζουσα πόλη, όχι μόνο στον ύστερο μεσαίωνα αλλά και σε μέρος της νεωτερικότητας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στην πορεία απώλεσε μέρος της σημαντικότητάς της. Oταν έγινε μέρος ενός εθνικού αφηγήματος που περιχαρακωνόταν στα ελληνικά σύνορα, έχασε τον πλούτο της, τη διαπολιτισμικότητά της και τον ρόλο της ως επίνειο της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Υπάρχει άγνοια σε σχέση με αυτό.
Το παρελθόν αποσιωπάται, ίσως γιατί το ελληνικό κράτος είναι ακόμη αρκετά ανασφαλές και δεν θέλει να μιλάει για τέτοιου είδους ζητήματα, ικανά να ”κλονίσουν” την ταυτότητά του. Εχω την αίσθηση ότι αυτή η αποσιώπηση και απόκρυψη της ιστορίας συνδέεται άρρηκτα με την απουσία δημόσιας σφαίρας.
Οι Θεσσαλονικείς δεν έχουν γνώση για το τι συνέβαινε και τι συμβαίνει στην πόλη τους. Δεν κυκλοφορούν δημοφιλείς εφημερίδες, ούτε υπάρχουν σημαντικά φόρουμ ή εκδηλώσεις μέσω των οποίων θα μπορούσε να μαθαίνει η πλειονότητα του κόσμου τα τεκταινόμενα και να αφουγκράζεται την εξέλιξη της πόλης. Εντύπωσή μου είναι ότι ως απόληξη όλων αυτών οι κάτοικοι δεν έχουν καλλιεργήσει μια ενεργή σχέση με την πόλη τους. Δυστυχώς δεν γνωρίζουν σε βάθος την πόλη τους και δεν επιθυμούν να τη γνωρίσουν. Στην πρόσφατη πορεία της, η πόλη ήρθε αντιμέτωπη με σειρά συλλογικών τραυμάτων –οι κατατρεγμένοι Μικρασιάτες πρόσφυγες και οι Εβραίοι που εξολοθρεύτηκαν κατά 95%– για τα οποία δεν συζήτησε ποτέ.
Η «νυφούλα» – Πριν από τον Μπουτάρη, ο συντηρητισμός καθόρισε τη Θεσσαλονίκη. Ο καθωσπρεπισμός, η μεγάλη παρέλαση τον Οκτώβρη, το αφήγημα της «νυφούλας του Θερμαϊκού», όλα αυτά συνέθεταν την εικόνα μιας στάσιμης πόλης.
Τα τραύματα δεν επουλώθηκαν. Η ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας, ικανής να αναδεικνύει, να φιλτράρει, να επουλώνει και να καθαίρει, προαπαιτεί κάποιου είδους εξευγενισμένα πάθη, κάτι που, όπως φαίνεται, έλειπε από την πόλη. Αυτό είναι και κάτι που αποτυπώνεται στον δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης, όπου παντού συναντά κανείς αγάλματα ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και συμβόλων του έθνους που έπεσαν υπέρ πατρίδος, με ελάχιστες εξαιρέσεις (φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το άγαλμα ενός χαρούμενου αγοριού που απαθανατίζεται να κατουράει ανέμελο στην πλατεία Ναβαρίνου. Αλίμονο! Το αγοράκι αυτό συχνά ευνουχίζεται –πιθανότατα– από σεμνότυφους ή εθνικόφρονες περαστικούς που σκανδαλίζονται από το ορειχάλκινο πέος του…). Συνήθως, το μοτίβο είναι αρκετά πένθιμο, με κυρίαρχες νότες τον βασανισμό, τη θυσία και τον θάνατο. Τίποτα εύθυμο. Τίποτα που να σχετίζεται με την καθημερινότητα της πόλης.
«Φτωχομάνα»
Oπως λέει και το άσμα, η Θεσσαλονίκη είναι φτωχομάνα, και λόγω του εργατικού της δυναμικού και λόγω του προσφυγικού της πληθυσμού. Η αστική της τάξη, η οποία ήταν και εβραϊκή, εκριζώθηκε από το ’43 και μετά. Δεν υπήρχε, λοιπόν, μετά τον πόλεμο μια πολυάριθμη και συμπαγής αστική τάξη, η οποία θα ήθελε να συνεισφέρει στην τοπική κοινωνία και να επιστρέψει στην πόλη μέρος του πλούτου της.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που η πόλη έστρεψε την πλάτη της στο διαπολιτισμικό της παρελθόν, έγινε ουσιαστικά κρατικοδίαιτη και επαίτης στην Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη δεν μπορούσε να παραγάγει τον δικό της πλούτο, με αποτέλεσμα να χάνει το πιο παραγωγικό και δημιουργικό μέρος του πληθυσμού της. Ο συντηρητισμός της αποτυπωνόταν και στην πολιτική της ηγεσία (βλέπε την ”αγία τριάδα”: Aνθιμος, Παπαγεωργόπουλος, Ψωμιάδης). Τις δεκαετίες πριν από τον Μπουτάρη, ο συντηρητισμός αυτός καθόρισε την πόλη. Ο καθωσπρεπισμός, η επιφάνεια, η μεγάλη παρέλαση τον Οκτώβρη, το αφήγημα της ”νυφούλας του Θερμαϊκου”», όλα αυτά συνέθεταν την εικόνα μιας στάσιμης και μη παραγωγικής πόλης, με λίγες εξαιρέσεις. Ωστόσο, να πούμε ότι μέσα σε όλον αυτόν τον συντηρητισμό υπήρχε κατά καιρούς και διάθεση αντίστασης στη μαυρίλα· προοδευτικά αιτήματα εκφράζονταν ενίοτε από μέρος του πληθυσμού. Στα μουσικά, είχαν αναδειχθεί οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά· στα πολιτικά, φαίνεται πως η διαφορετική αυτή προσέγγιση, ενδεχομένως, εκφράστηκε από τον Γιάννη Μπουτάρη, αλλά και, παλαιότερα, από τον Σπύρο Βούγια, καθώς και άλλες μειοψηφικές κινήσεις πολιτών. Φαίνεται πως η πόλη είχε ανάγκη από μια ανάσα, μια έκλαμψη, μια αντίσταση σ’ αυτό το μονομπλόκ του εθνικο-θρησκευτικού συντηρητισμού.
Φαίνεται πως το μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο, στο οποίο εμπλεκόταν ο Παπαγεωργόπουλος, ευνόησε την έκφραση αυτών των μειοψηφικών ρευμάτων από τον Γιάννη Μπουτάρη. Επιπλέον, ίσως οι διαξιφισμοί του Γιάννη Μπουτάρη με τον Aνθιμο το 2010 να αποτέλεσαν μια ευτυχή συγκυρία, που ισχυροποίησε λίγο περισσότερο αυτή την τάση, ενεργοποιώντας τα αντίστοιχα αντανακλαστικά και θυμίζοντας σε στρώματα της πόλης ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται η θρησκευτική εξουσία στην κοσμική.
Νέα πορεία
Το νέο αφήγημα Μπουτάρη έρχεται ως μια διαφορετική ιστορία και περιγραφή της Θεσσαλονίκης, διαρρηγνύοντας την επιφανειακή ελληνικότητα και τον ψευδεπίγραφο καθωσπρεπισμό. Oπως είπαμε, το κίνητρο του Μπουτάρη, πέρα από ιστορικό, πολιτικό και αισθητικό, ήταν και αρκετά ωφελιμιστικό, υπό την έννοια ότι η ανάδειξη του πλούτου της πόλης θα μπορούσε να μετουσιωθεί σε κάτι χρήσιμο και επικερδές για την τοπική κοινωνία. Κατάφερε, λοιπόν, να αφουγκραστεί τη διαφορετικότητα της Θεσσαλονίκης και να υφάνει ένα αφήγημα που θα έκανε την πόλη τουριστικά ελκυστική.
Επίσης έχει ενδιαφέρον το πώς συνδέθηκαν με το νέο αφήγημα άνθρωποι όπως ο Μαρκ Μαζάουερ, o οποίος, ως πανεπιστημιακός ιστορικός (Πανεπιστήμιο Columbia), ανέδειξε το παρελθόν της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής. Ο Μαζάουερ ανέπτυξε στενή συνεργασία με τον Γιάννη, ενώ η εξειδικευμένη γνώση του συνέβαλε καθοριστικά στο άνοιγμα της πόλης, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της, και στην αλλαγή του συλλογικού ασυνειδήτου.
Ολα αυτά είχαν μετρήσιμα και απτά αποτελέσματα. Ενδεικτικά αναφέρω το μεγάλο κύμα τουριστών και επενδυτών από το Ισραήλ, ανθρώπων, δηλαδή, που ήθελαν να μάθουν για το παρελθόν των προγόνων τους, καθώς και το Μουσείο Ολοκαυτώματος που θα μπορούσε να προσελκύσει κόσμο από το Ισραήλ και όλη την εβραϊκή διασπορά στη Θεσσαλονίκη. Αντιστοίχως, η ανάδειξη του οθωμανικού παρελθόντος της πόλης κατάφερε να θέλξει τουρίστες και επενδυτές από την Τουρκία, πράγμα που συστηματοποιήθηκε μέσω συμφωνιών μεταξύ Aegean και Turkish Airlines. Οι αεροπορικές αυτές εταιρείες, χάρη στην κατάλληλη προβολή και τις επαφές που πραγματοποίησε ο δήμαρχος, συνεχίζουν να φέρνουν με καθημερινές πτήσεις εύπορους κυρίως τουρίστες από την Κωνσταντινούπολη. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με άλλες χώρες.
Αντιδράσεις
Ας φανταστούμε τη σύγκρουση μεταξύ του καθαρού, αμόλυντου εθνικού μύθου -που περιλαμβάνει μόνο ορθόδοξους χριστιανούς και ”αληθινούς” Ελληνες πατριώτες- με την πραγματική εξιστόρηση και την αποδοχή της πολυπλοκότητας της ιστορίας. Οπως ήταν επόμενο, η νέα εκδοχή της ιστορίας δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα αποδεκτή από τους συντηρητικούς κύκλους της πόλης. Αντίδραση, όπως αναμενόταν, υπήρξε, η οποία έγινε πιο έντονη μετά από μια άστοχη διατύπωση του δημάρχου, η οποία, όμως, βγήκε εκτός πλαισίου και παρερμηνεύτηκε: ”Χέστηκα αν ο Κεμάλ Ατατούρκ σκότωσε ή δεν σκότωσε Ελληνες”. Η φράση αυτή απομονώθηκε από το συγκείμενό της και νοηματοδοτήθηκε διαφορετικά.
Το όραμα – Ο δήμαρχος έβλεπε τη Θεσσαλονίκη ως επίνειο των Βαλκανίων και κέντρο ενδιαφέροντος για πολλές από τις χώρες αυτές. Για τις απόψεις του βίωνε καθημερινά εκφοβισμό και απειλές, στις οποίες δεν έδινε σημασία.
Στο πλαίσιό της η διατύπωση ήθελε να πει ότι τον δήμαρχο ενδιέφεραν οι σημερινοί Ελληνες και η ανάπτυξη της πόλης. Ωστόσο, η παραπάνω πρόταση απομονώθηκε σε κομμένο και ραμμένο βίντεο με σκοπό να δομηθεί το προφίλ του ανθέλληνα. Θύελλα αντιδράσεων προέκυψε και με τη θέση του δημάρχου στο θέμα της επίλυσης του ζητήματος μεταξύ της τότε ΠΓΔΜ και της Ελλάδας. Ο δήμαρχος έβλεπε τη Θεσσαλονίκη ως επίνειο των Βαλκανίων και κέντρο ενδιαφέροντος για πολλές από τις χώρες αυτές. Για τις απόψεις του βίωνε καθημερινά εκφοβισμό και απειλές, στις οποίες δεν έδινε σημασία. Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν με ένα μάλλον προμελετημένο γεγονός, το οποίο οργάνωσαν αντιδραστικοί κύκλοι της πόλης. Ο δήμαρχος είχε κληθεί να πάει σε εκδήλωση για τον ποντιακό Ελληνισμό, όπου τον ξυλοκόπησαν και τον προπηλάκισαν, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο νοσοκομείο. Συνήθως αντιμετώπιζε με στωικότητα τέτοιου είδους τραμπουκισμούς, οι οποίοι σίγουρα δεν τον πτοούσαν, γιατί ήταν ταγμένος στον δικό του σκοπό: να βοηθήσει την πόλη με κάθε κόστος.
Τα συλλαλητήρια, η μονολιθική αντίληψη για το Μακεδονικό που αποσιωπούσε όποια άλλη προσέγγιση, η βιαιότητα και τα σκληρά πάθη που προέκυπταν από το σφιχτό εθνικό αφήγημα συνέθεταν ένα πολύ άγονο πεδίο για οποιαδήποτε εποικοδομητική και ωφέλιμη για την πόλη πολιτική πράξη. Αντίθετα με το επιχείρημα των αντιδραστικών κύκλων ότι ο δήμαρχος μισεί τον αρχετυπικό Ελληνα, ο ίδιος δεν αισθανόταν κανένα μίσος ή μνησικακία απέναντι σε οποιονδήποτε. Ηθελε, μάλιστα, να ισχυροποιηθούν τα ποντιακά σωματεία μέσω της ενοποίησής τους. Επιθυμούσε, επίσης, διακαώς να ιδρυθεί ένα μουσείο ποντιακού ελληνισμού. Είναι σαφές ότι πλήθος θέσεών του για σειρά ζητημάτων αποσιωπούνταν, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως η παραπάνω, εσκεμμένα. Αντιθέτως, επικρατούσε η άποψη ότι όποιος παρεκκλίνει έστω και λίγο από το ηγεμονικό αφήγημα ”μία θρησκεία, ένα έθνος” είναι προδότης. Αυτές ήταν μερικές μόνο από τις προκλήσεις που είχαμε να αντιμετωπίσουμε…

