Τον περασμένο Ιούνιο, όταν η ποιητική της σύνθεση «The Strongbox» (εκδ. Carcanet) απέσπασε το βραβείο Ράνσιμαν (που απονέμεται ετησίως από την Anglo-Hellenic League σε ένα έργο ελληνικής θεματολογίας γραμμένο στα αγγλικά), η Βρετανίδα ποιήτρια και μεταφράστρια Σάσα Ντάγκντεϊλ είχε δηλώσει ότι στο νικητήριο πόνημά της εξετάζει το πώς οι ελληνικοί μύθοι παραμένουν ζωντανοί και συνεχίζουν να διαμορφώνουν την αντίληψή μας για τον πολιτισμό και την κουλτούρα, τον πόλεμο και τη διαφορετικότητα. «Χρησιμοποίησα αυτούς τους μύθους», είχε εξηγήσει, «για να διερευνήσω τις συνέπειες και τις προεκτάσεις των σύγχρονων τραγωδιών που είχαμε μπροστά μας».
Στην προχθεσινή συζήτησή της με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη, η Σάσα Ντάγκντεϊλ είχε την ευκαιρία να πει περισσότερα για αυτές τις «σύγχρονες τραγωδίες», οι οποίες αποτέλεσαν και το φόντο για τη συγγραφή του «Strongbox»: η μία ήταν η πανδημία του κορωνοϊού, που καθήλωσε την Ντάγκντεϊλ με συμπτώματα long COVID για ένα χρόνο· «και έπειτα ήταν η ευρείας κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022», σημείωσε η ποιήτρια, που εκείνη την περίοδο άρχισε να μεταφράζει σε διάφορα μέσα μαρτυρίες Ουκρανών για τον πόλεμο και μαρτυρίες Ρώσων για την εξορία και την καταπίεση, «ώστε να γίνει γνωστό τι στ’ αλήθεια υπέμεναν».
Ο Ηλίας Μαγκλίνης περιέγραψε το «Strongbox» σαν ένα είδος συμφωνίας, «όχι μουσικής, αλλά με λέξεις, με στίχους, με ποιητικές εικόνες και, επίσης, με αφήγηση». Πώς προέκυψε το ελληνικό στοιχείο του έργου; Η Ντάγκντεϊλ αναφέρθηκε στην παλιότερη ποιητική συλλογή της «Deformations», μια αναδιήγηση της «Οδύσσειας», που είχε επίσης λειτουργήσει ως πλαίσιο αναφοράς σε σύγχρονα γεγονότα. «Ολοκληρώνοντάς την, διαπίστωσα ότι είχα κάποιους “ανοιχτούς λογαριασμούς”· όταν λοιπόν ξεκίνησα το “Strongbox”, βρήκα αμέσως τη μορφή ενός έργου που βασιζόταν στην αρπαγή της Ελένης και στην έναρξη του πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τροίας».
Είχε και άλλες απαγωγές κατά νουν, όπως αυτή μιας νεαρής Βρετανίδας από το ISIS. Την ενδιέφεραν επίσης οι πληγές του πολέμου, το μετατραυματικό στρες, που δεν αναγνωριζόταν ανέκαθεν ως πρόβλημα – όταν είχε ρωτήσει για το θέμα έναν ιστορικό των Ναπολεόντειων Πολέμων, εκείνος της είχε απαντήσει κάτι του στυλ «δεν είχαν τέτοια προβλήματα, ήταν άνδρες». Αραγε και η βία δεν υπήρχε ανέκαθεν, ρώτησε ο δημοσιογράφος την ποιήτρια; Ή μήπως η νοσταλγία για τη βαρβαρότητα είναι, σύμφωνα με τον Εμίλ Σιοράν, «η τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού»; Η Ντάγκντεϊλ, που στο «Strongbox» μνημονεύει και το ηρακλείτειο «πόλεμος πατήρ πάντων», ήταν κατηγορηματική: «Η βία ήταν πάντοτε εκεί».
Ενίοτε, τόνισε, οι αφηγήσεις για τον πόλεμο δεν αναφέρονται μόνο στο τραύμα, αλλά και σε ένα είδος διέγερσης που εκείνος προκαλεί – παράδειγμα, το θεατρικό έργο «Bad Roads» της Ουκρανής συγγραφέως Νατάλια Βόροζμπιτ, που μετέφρασε η Ντάγκντεϊλ. Οχι ότι δεν κινδυνεύει κάποιος να παρασυρθεί από την όποια σαγήνη του πολέμου, όπως συμβαίνει ακόμη και σε αντιπολεμικά έργα. Σύμφωνα με την ποιήτρια, «είναι πολύ λεπτή η γραμμή. Αν όμως δεν μιλήσεις για τη γοητεία που ασκούν οι ιδέες περί δόξας και ενός συγκεκριμένου ανδρικού προτύπου, τότε αποτυγχάνεις να κατανοήσεις τι κάνει νέους ανθρώπους να πάνε στον πόλεμο».
Και ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν της είχε φανεί αδιανόητη, αλλά κάτι που «το έβλεπες να πλησιάζει και που όταν ήρθε, έκοβε την ανάσα», η Ντάγκντεϊλ θυμήθηκε και ένα κείμενο της Βόροζμπιτ, όπου η συγγραφέας έγραφε ότι, καθώς εγκατέλειπε το Κίεβο, στενοχωριόταν γιατί είχε ξεχάσει την αγαπημένη της κρέμα προσώπου και φοβόταν μήπως στο εξής γράφει μόνο για τον πόλεμο. «Μίλησα μαζί της πρόσφατα και με μερικούς Ρώσους», είπε η Ντάγκντεϊλ. «Συμφωνήσαμε όλοι ότι φτάνει πια, είναι καιρός να γράψουμε για τη χαρά και για τα πράγματα που μας ανυψώνουν».

