ΑΝΤΟΝ ΜΠΕΡΑΜΠΕΡ
Η μεγάλη ιδέα
μτφρ.: Αλεξάνδρα Κωσταράκου
εκδ. Πόλις, σελ. 597
Μια φιγούρα πραγματική μα κι ονειρική, ένα υπαρκτό πρόσωπο που είναι ταυτόχρονα και δημιούργημα της φαντασίας.
Eνα χρόνο πριν από την ομιλία του Ιωάννη Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, στον οποίο και αποδίδεται η σύλληψη του όρου της Μεγάλης Ιδέας, ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, στο θεατρικό του έργο με τίτλο «Ο Πρωθυπουργός», προαναγγέλλει ήδη με τους στίχους: «Κι αν εις το Γένος ήρχετο ιδέα τις μεγάλη, / τα νεκρωμένα μέλη του εις κίνησιν να βάλη, / κι εζήτει την προγονικήν αυτού κληρονομίαν, / τις τολμητίας έμελλεν αντίστασιν να δείξη, / την πάνδημον εντός κι εκτός φωνήν αυτού, να πνίξει;».
Κανείς τολμητίας δεν αντιστάθηκε. Και η μεγάλη ιδέα έμελλε να βάλει σε κίνηση το έθνος, που υπηρετώντας έναν μεγαλεπήβολο όσο και δυσερμήνευτο οραματισμό κατέληξε να ζήσει τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτή η μεγάλη ιδέα κινητοποιεί και τον Γάλλο συγγραφέα Αντόν Μπεραμπέρ να πλάσει και να ακολουθήσει μια φιγούρα πραγματική μα κι ονειρική, ένα υπαρκτό πρόσωπο που είναι ταυτόχρονα και δημιούργημα της φαντασίας, τον Σαούλ Καλογιάννη.
Ενας ερευνητής εκπονεί τη διατριβή του με θέμα τον ήρωα αυτόν. Τον παρακολουθεί να σώζεται τον Αύγουστο του 1922 όχι οπισθοχωρώντας στον πόλεμο, μα ως ατιμασμένος λιποτάκτης. Να καταφεύγει με τους συντρόφους του σ’ ένα νησί, κι έπειτα να περιπλανιέται ανά τον κόσμο, άχρονος, άπατρις, κυνηγημένος, ζώντας στο περιθώριο, εργάτης, μετανάστης, ένας οικουμενικός άνθρωπος.
Ο Σαούλ Καλογιάννης γίνεται σιγά σιγά ένα μυθικό πρόσωπο. Τον συνοδεύουν ιστορίες πολλές, όσες και οι μαρτυρίες που συλλέγει ο ερευνητής, αντιφατικές κι αντικρουόμενες, τον γνωρίζουν πολλοί και κανένας στ’ αλήθεια, έχει μάνα, γυναίκα, φίλους, συμπολεμιστές, όλοι μπορούν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους, τη γνώση τους, την εμπειρία τους από τη σχέση με τον άνθρωπο αυτόν κι όμως όσα εξωφρενικά ιστορούνται οδηγούν στο μοναδικό πραγματικό ερώτημα: υπήρξε ο Σαούλ Καλογιάννης;
Για τον συγγραφέα είναι μόνο η αφορμή. Ο ερευνητής του όμοια με τον Σαούλ θα περιπλανηθεί και θα υποφέρει, θα ζήσει κυνηγημένος και θα φυλακιστεί, θα βγει στο βουνό με τους αντάρτες και θα νιώσει πώς είναι η σκέψη, η έρευνα, η αποκάλυψη να ενοχλεί μια χούντα που αντιμετωπίζει πάντα με τον ίδιο τρόπο όποιον θεωρεί απειλητικό ταραξία: στερώντας του ελευθερία, δικαιώματα, βούληση, νόηση. Η μεγάλη ιδέα μέσα από τη διήγηση του Μπεραμπέρ ξεφεύγει από αυτό που ιστορικά σημαίνει για τους Ελληνες. Γίνεται η εντατική περιπλάνηση, η αναζήτηση της αλήθειας, η εύρεση της ταυτότητας, η νοηματοδότηση της ζωής.
Ο ερευνητής, ο πραγματικός ήρωας και αφηγητής του έργου

Ο Καλογιάννης είναι ένας ήρωας, αρχηγός, σημείο αναφοράς των άλλων, ξεχωριστός από κάθε άποψη. Υποβάλλει με τη σιωπή του, επιβάλλεται με το αδάμαστο φρόνημα, τίποτα για τη δική του ψυχή δεν είναι αβάσταχτο, αδύνατο, άπιαστο. Ενα πλάσμα που η πραγματικότητα δεν μπορεί να το συναντήσει, που κινείται στα όρια της φαντασίας, στο θαυμαστό, στο εξωπραγματικά ακραίο.
Είναι εκείνος που πλάστηκε για το χειρότερο και το καλύτερο, μια φιγούρα της σιωπής και του βλέμματος, προορισμένος να δημιουργήσει και να καταστρέψει, αποφασισμένος να διεκδικήσει μέχρι την τελευταία στιγμή όση ζωή του έχει ταχθεί, αδάμαστος, μυθικός. Η μεγάλη ιδέα του Σαούλ Καλογιάννη είναι η άχρονη οικουμενικότητά του.
Ο ερευνητής, ο πραγματικός ήρωας του βιβλίου και αφηγητής, παλεύει με τη διατριβή του είκοσι χρόνια. Προσπαθεί να συλλέξει τα στοιχεία που θα φωτίσουν την προσωπικότητα του Σαούλ, μαζεύοντας το υλικό από όποια διαθέσιμη πηγή συναντά, ακούει μαρτυρίες που δεν μπορούν να διασταυρωθούν, ταλαιπωρείται, λιποψυχά μα δεν παραιτείται, συνεχίζει να ερευνά, να πεισμώνει, να μυείται σε κόσμους τραγικά υπαρκτούς μα και γεννήματα της φαντασίας μέσα από διηγήσεις εξωφρενικές και ανήκουστες, ο κάθε συνομιλητής του πλάθει έναν άλλο Σαούλ, καινούργιο, διαφορετικό, ανόμοιο κάθε φορά. Για τον ερευνητή η μεγάλη ιδέα είναι η αδιαπραγμάτευτη αναζήτηση της αλήθειας του προσώπου.
Δεν υπάρχουν όρια σε τούτη τη διήγηση, ο χρόνος είναι απέραντος και ρευστός, ο χώρος χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς.
Ο Μπεραμπέρ μας παίρνει μαζί του ψάχνοντας τον Καλογιάννη. Είμαστε στην Ευρώπη και στην Αμερική, πολίτες του παλιού και του νέου κόσμου, κατοικούμε παντού, συμμετέχουμε στον πόλεμο της Ισπανίας και πηγαίνουμε μαζί του στη Μόσχα κι άξαφνα η Νέα Υόρκη μας υπόσχεται τα πάντα, μας δίνει σπαράγματα εικόνων φτώχειας, δυστυχίας, αποκλεισμού. Μπορούμε να κυνηγήσουμε ο καθένας μας τη δική του μεγάλη ιδέα, να ταχθούμε σ’ έναν σκοπό, αναλαμβάνοντας την ευθύνη, απολαμβάνοντας τη χαρά, μοιραζόμενοι εμπειρίες κι αδιέξοδα, φτάνοντας στην απελπισία και στην αναγέννηση, όσο η σκέψη και η βούληση οργανώνουν τη ζωή, τίποτα δεν φαντάζει αδύνατο, όλα είναι εφικτά.
Κάποια στιγμή ο ερευνητής θα συναντήσει αυτόν που ισχυρίζεται ότι είναι ο Καλογιάννης. Μοιάζει να επέρχεται μια κάθαρση, να είναι η στιγμή που θα αποκαλυφθεί η όποια αλήθεια, που το σκοτάδι επιτέλους θα διαλυθεί στο φως.
Ομως όχι. Κι αυτή η συνάντηση θα αφήσει την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, ένα μεγάλο ερωτηματικό απορίας. Την ίδια αμηχανία θα αφήσει και η αποκάλυψη από τη μητέρα του Σαούλ ότι έχει πεθάνει, ότι τον έθαψε και τώρα ικανοποιημένη μαθαίνει ότι ο γιος της πέθανε για μια μεγάλη ιδέα, γεγονός τόσο ξένο για τον γιο που ήξερε η ίδια. Και για τη γυναίκα του όμως ο Σαούλ Καλογιάννης έχει πεθάνει, είναι εκείνη η τελευταία μάρτυρας που συναντά ο ερευνητής, η Γριά, που ξεπροβοδώντας τον του δείχνει να φύγει όχι από κει που ήρθε για να τη βρει μα από άλλο δρόμο, στο πλαϊνό χαντάκι του ίσως συναντήσει την αλήθεια για τον Καλογιάννη.
Ο Μπεραμπέρ γράφει μια τεράστια περιπέτεια, σε όγκο, σε σκέψεις, σε περιγραφές, σε νοήματα. Πλέκει αλήθειες και ψέματα, μύθους και πραγματικότητα, τραγικές βεβαιότητες, κωμικές ιδεοληψίες και μας αφήνει με το καίριο ερώτημα. Αυτός ο σιωπηλός άντρας με τα σκοτεινά μάτια, ο παγκόσμιος ήρωας, ο οικουμενικός Ελληνας, ο ιδεαλιστής και προδότης, μπορεί να υπάρξει μέσα σε τόσες αντιφάσεις και να μείνει αυθεντικός, να συντηρεί και να διασώζει τη μνήμη, τη συνείδηση, την κατάφαση στην Ιστορία;

