ΧΑΝΣ ΦΑΛΑΝΤΑ
Ξένος στη χώρα μου.
Ημερολόγιο φυλακής 1944
μτφρ. Σίσσυ Παπαδάκη,
εκδ. Gutenberg, σελ. 336
Από την κατάκτηση της Τσεχοσλοβακίας ήδη μου είχαν προτείνει να δραπετεύσω από τον πόλεμο και να πάω, μαζί με τους δικούς μου, σε μια γειτονική χώρα, της οποίας θα γινόμουν αμέσως πολίτης και όπου με περίμενε ένα άνετο σπίτι, εξαιρετικές συνθήκες εργασίας και μια ξέγνοιαστη ζωή. Και πάλι, παρά τις άσχημες εμπειρίες που είχα από το 1933 και μετά, είπα «όχι». Και πάλι αντιμετώπισα προσκόμματα στη δουλειά μου. Και πάλι δέχτηκα επιθέσεις, αντιμετωπίστηκα ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας, ένιωσα να απλώνεται σαν μαύρο σύννεφο από πάνω μου η απειλή του αναπόφευκτου πολέμου. Και πάλι είπα «όχι» και προτίμησα να θέσω και εμένα και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου σε μεγάλους κινδύνους, παρά να φύγω από την πατρίδα μου.
Γιατί είμαι Γερμανός –το λέω σήμερα με περηφάνια μαζί και θλίψη–, την αγαπάω τη Γερμανία και δεν θα ήθελα να ζω και να δουλεύω σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Πιθανότατα να μην μπορώ να το κάνω αλλού. Τι είδους Γερμανός θα ήμουν, αν αυτές τις δύσκολες και ντροπιαστικές ώρες το έσκαγα για μια πιο άνετη ζωή; Γιατί τον αγαπώ αυτόν τον λαό που έχει χαρίσει στον κόσμο αθάνατες μελωδίες και θα χαρίσει κι άλλες.
Εδώ τα τραγούδια τραγουδιούνται όπως σε καμιά άλλη χώρα, εδώ, στη Γερμανία, ακούγονται ήχοι που δεν θα ξανακουστούν ποτέ αν χαθεί αυτός ο λαός! Είναι ένας λαός τόσο αφοσιωμένος σε ό,τι κάνει, τόσο υπομονετικός, τόσο πεισματάρης – και τόσο έτοιμος να παραπλανηθεί! Ακριβώς επειδή είναι τόσο πιστός, ακολουθεί τον κάθε τσαρλατάνο.
Και θα το πω εδώ ξεκάθαρα: δεν είναι πρωτίστως οι Γερμανοί αυτοί που άνοιξαν τον δρόμο για τους ναζί· οι Γάλλοι και οι Αγγλοι το έκαναν. Από το 1918 υπήρξαν πολλές κυβερνήσεις που ήταν παραπάνω από πρόθυμες να δουλέψουμε όλοι μαζί καλοπροαίρετα – δεν τους δόθηκε όμως ποτέ καμία ευκαιρία.
Επανειλημμένα όλοι ξεχνούσαν ότι αυτές οι κυβερνήσεις δεν ήταν απλώς εκεί για να εφαρμόσουν τα μέτρα που επέβαλαν βίαια ξένες χώρες, αλλά εκπροσωπούσαν έναν φτωχό λαό που λιμοκτονούσε, έναν λαό τον οποίο αγαπούσαν. Αυτοί είναι που μας έσπρωξαν στην άβυσσο, στην κόλαση την οποία ζούμε τώρα.

