Ο Σπύρος Φάρος έφυγε από τη ζωή στις αρχές Μαΐου, μα δεν βρήκα δημοσιεύματα στον Τύπο, όσο κι αν έψαξα. Ακόμη και στα διαδικτυακά περιοδικά, που συχνά μοιάζουν με τοίχο γεμάτο κολλημένα κηδειόχαρτα –προκειμένου να βγει η ύλη–, δεν έβλεπες καμιά αναφορά. Δεν υπήρχε χώρος για τον Σπύρο. Λογικό. Το αντίθετο θα μας απογοήτευε κιόλας.
Γεννήθηκε το ’64 κάπου στην Αθήνα και ξεκίνησε να παίζει μουσική από νεαρή ηλικία, σε συγκροτήματα όπως οι Headleaders ή οι Rehearsed Dreams, που σε λίγο δυστυχώς δεν θα θυμάται κανείς. Ηταν επίσης μέλος των Yell-O-Yell. Εμβληματική μπάντα, μια ελληνική εκδοχή των Birthday Party του Νικ Κέιβ, πρέπει να ακουγόταν ανεπίτρεπτα πρωτόγονη για τα δεδομένα της εποχής. Αν και για να είμαι ειλικρινής, η δεκαετία του ’80 ποτέ δεν έπαψε να μου δίνει την εντύπωση σπηλιάς.
Ο Σπύρος αγαπούσε πολύ τον τραγουδιστή τους Φιλώτα Βασκαλή, ο οποίος έφυγε πρόωρα από υπερβολική δόση. Κυρίως όμως, ως μπασίστας του σχήματος, είχε συνθέσει ένα από τα πιο άγνωστα διάσημα κομμάτια της εγχώριας σκηνής: το «Drifters». Ενα τραγούδι που θα ζήλευε ακόμη και ο Κέιβ. Γιατί εκεί αναπτύσσεται ένα φορτίο συγκίνησης που τότε, στα πρώτα βήματα της καριέρας του, ο Αυστραλός μουσικός δεν μπορούσε ούτε καν να προσεγγίσει. Και ίσως εξακολουθεί να μην μπορεί.
Ενα απόσπασμα συνέντευξης με τον συγγραφέα Μανώλη Νταλούκα, διαθέσιμο στο YouTube, είναι ενδεικτικό για το ήθος του Σπύρου. Σε καιρούς που πολλοί παίρνουν θέση με ιδιοτέλεια, ανάλογα με την τρέχουσα ατζέντα, ο Σπύρος υπερασπίζεται την ανεξαρτησία του τραγουδιού που είχε γράψει με αφορμή τον θάνατο του Μιχάλη Καλτεζά: «Come and give some respect/ to the robbers/ the lovers/ the drifters». Ενας έφηβος είχε πυροβοληθεί από αστυνομικό. «Δολοφονία ήταν», υπογραμμίζει ο Νταλούκας. «Δεν θέλω να εκφέρω γνώμη», απαντά ο Σπύρος. Οχι επειδή δεν ήταν δολοφονία. Αλλά επειδή η μουσική είναι διαστολή. Οι καλλιτέχνες σε βάζουν σ’ ένα δωμάτιο, σ’ ένα διαμέρισμα, σε μια ήπειρο, σ’ έναν ολόκληρο κόσμο – αναλόγως. Και ο κόσμος του Σπύρου, όπως επισήμανε στον αποχαιρετισμό που ανάρτησε ο αδελφός του Μάκης, ήταν σκοτεινός και συμπαγής. Σαν ορυκτό.
Είχε συνθέσει ένα από τα πιο άγνωστα διάσημα κομμάτια της εγχώριας σκηνής: το «Drifters». Ενα τραγούδι που θα ζήλευε ακόμη και ο Νικ Κέιβ.
Τη δεκαετία του ’90 ο Σπύρος ηχογράφησε δύο εξαιρετικούς δίσκους. O πρώτος, Spider’s Web, «The Wonderful Weaver», μοιάζει πράγματι με ιστό αράχνης, όπως ακριβώς ήταν η φωνή του. Ο τρόπος που πρόφερε τις λέξεις ήταν μοναδικός. Σαν μηχανή από κόλλα που έφτιαχνε δίχτυα απ’ τα οποία δεν γινόταν να ξεφύγει κανένας. Ούτε ο ίδιος.
Ο δεύτερος –νιώθω τυχερός που είχα αγοράσει το βινύλιο– έχει το βασικό χαρακτηριστικό μιας κατηγορίας σημαντικών άλμπουμ. Περνάνε απαρατήρητοι στην εποχή τους, γιατί συνοψίζουν την εποχή τους αμείλικτα. Αν ακούσουμε τώρα τον ηλεκτρονικό τόπο του «Flud» των This Fluid θα εντοπίσουμε κάτι που δεν είχαμε εντοπίσει το ’97. Είναι ένας δίσκος που κατανόησε την κρυφή αλήθεια μιας μεταβατικής περιόδου –το τέλος της ευφορίας που σύντομα θα γυρίσει σε σκοτεινιά– και τη χαρτογράφησε μ’ ένα συναίσθημα μελλοντικό. Με μάτια και αυτιά από το μέλλον. Νομίζω πως κάποια έργα αντέχουν όχι επειδή αποτυπώνουν την εποχή τους, αλλά επειδή την αποτυπώνουν όπως θα την αντιληφθούμε αργότερα. Στο πέρασμα του χρόνου. Για πάντα.
Παρά τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν από πολύ νωρίς, σαν φουσκωμένος λογαριασμός που όφειλε να πληρώσει για μια ευλογημένη και ζόρικη ζωή, ποτέ δεν έπαψε να είναι εργατικός. Ισως ο Σπύρος ήθελε ν’ αδειάσει από τα ζωτικά του όργανα και να μείνει ένα κέλυφος, ένα περίβλημα από πέτρες, προκειμένου να μπαινοβγαίνει μέσα του ανενόχλητη η μουσική.
Στις ελάχιστες φορές που τον είδα να παίζει ζωντανά, για ένα πράγμα ήμουν σίγουρος: ήταν ένας από τους πιο χαρισματικούς περφόρμερ της ελληνικής σκηνής, με την όψη ενός εξπρεσιονιστικού ηθοποιού που είχε τολμήσει να προσθέσει μουσική σ’ ένα βουβό φιλμ. Είχε το βλέμμα αυτόπτη μάρτυρα. Αν δεν κάνω λάθος, το τελευταίο ολοκληρωμένο άλμπουμ που έβγαλε ήταν το «You don’t wanna…». Κυκλοφόρησε πριν από δεκαπέντε χρόνια και από καθαρή σύμπτωση το βρήκα ξεχασμένο στο σκονισμένο ράφι ενός κεντρικού δισκοπωλείου, τη μέρα που ετοίμαζα το άρθρο.
Ο αθόρυβος θάνατος του Σπύρου Φάρου μού υπενθύμισε τι άνθρωποι περιφέρονται στην πιάτσα της τέχνης. Με πόσο θόρυβο διαλαλούν τη δουλειά τους. Μια διαφορετική φουρνιά που κοντεύει να καεί στα δίκτυα, στην κατάχρησή τους. Κάθε γενιά έχει τις κακές της συνήθειες, τη μυθολογία της. Μόνο που ο Σπύρος ήταν ένας ξεχωριστός φάρος. Εριχνε με το φανάρι του ένα φως γεμάτο σκιές. Ηταν ένας κόσμος σκιάς. Adieu, λοιπόν.

