Η συνεχής αναδίπλωση του χρόνου

Ενας σπουδαίος ζωγράφος επιζεί από την απομόνωση ναζιστικού στρατοπέδου και επανεξετάζει τις επιλογές της ζωής του - Προδημοσίευση

3' 59" χρόνος ανάγνωσης

Στο μυθιστόρημα «Ελεύθερη πτώση» του Αγγλου νομπελίστα Ουίλιαμ Γκόλντινγκ, ο Σάμι Μαουντζόι, φτωχόπαιδο αγνώστου πατρός, καταφέρνει να γίνει σπουδαίος ζωγράφος και να δει τα έργα του στην Τέιτ Γκάλερι. Η δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον παρασύρει κι αυτόν και βρίσκεται αιχμάλωτος σ’ ένα ναζιστικό στρατόπεδο, όπου πρώτα τον απειλούν με βασανιστήρια και ύστερα τον κλειδώνουν σ’ ένα ολοσκότεινο κελί. Οταν βγαίνει από το κελί του σαν τον Λάζαρο από τον τάφο, βλέπει την απεραντοσύνη σ’ έναν κόκκο άμμου και την αιωνιότητα σε μία ώρα. Το μαρτύριό του τον μεταμορφώνει κι αρχίζει να επανεξετάζει τη ζωή του και τις επιλογές που τον έκαναν αυτό που είναι. Κι αναζητά εκείνο το σημείο που αυτές οι επιλογές, συσσωρευμένες, χωρίς να το καταλάβει, του στέρησαν την ελεύθερη βούληση.

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Εφης Τσιρώνη. Ακολουθεί απόσπασμα.

Προδημοσίευση

Πώς έχασα την ελευθερία μου; Πρέπει να γυρίσω πίσω και να πω την ιστορία από την αρχή. Είναι μια παράξενη ιστορία, όχι τόσο από την άποψη των εξωτερικών γεγονότων, που είναι αρκετά συνηθισμένα από μόνα τους, όσο ως προς το πώς παρουσιά-ζεται σ’ εμένα, τον μοναδικό αφηγητή της. Γιατί ο χρόνος δεν είναι φτιαγμένος για να στρώνεται ατέρμονα όπως μια σειρά τούβλα. Αυτή η ευθεία γραμμή από τον πρώτο λόξιγκα μέχρι τον ύστατο ρόγχο είναι κάτι πεθαμένο. Ο χρόνος είναι δύο καταστάσεις. Η πρώτη είναι η αβίαστη αντίληψή του, τόσο αρχέγονη σ’ εμάς όσο και το νερό στο σκουμπρί.

Η δεύτερη είναι η μνήμη, η αίσθηση μιας συνεχούς αναδίπλωσης του χρόνου, η τάδε μέρα που έρχεται πιο κοντά από τη δείνα επειδή η τάδε είναι πιο σημαντική, το τάδε γεγονός που καθρεφτίζει το δείνα, ή όλα αυτά μεμονωμένα, το καθένα με τη δική του εξαιρετική σπουδαιότητα και εντελώς εκτός της ευθείας γραμμής των στρωμένων τούβλων. Εβαλα τη μέρα στο πάρκο πρώτη στην ιστορία μου όχι επειδή τότε ήμουν μικρός, σχεδόν μωρό· αλλά επειδή έκτοτε η ελευθερία έχει μετατραπεί για μένα σε πολύτιμο αγαθό, όλο και πιο πολύτιμο καθώς περνά ο χρόνος και η γεύση της πατάτας στο στόμα μου σπανίζει όλο και πιο πολύ. (…)

Γράφοντας την ιστορία μου όπως μου παρουσιάζεται, ίσως μπορέσω να γυρίσω πίσω και να ξεδιαλέξω…

Θα έχετε ακούσει για μένα, τον Σάμιουελ Μαουντζόι – κρέμομαι στην Τέιτ. Θα με συγχωρούσατε όποιο καπέλο κι αν φορούσα. Θα με συγχωρούσατε ακόμα κι αν ήμουν κανίβαλος. Ιδιωτικά, όμως, θέλω να φοράω ένα καπέλο. Θέλω να καταλάβω.

Τα γκρίζα πρόσωπα κοιτάζουν πάνω απ’ τον ώμο μου. Τίποτα δεν μπορεί να τα σβήσει ή να τα ξορκίσει. Η τέχνη μου δεν μου αρκεί. Στον διάολο η τέχνη μου. (…)

Τότε, γιατί κάνω τον κόπο να τα αποτυπώσω όλα αυτά στο χαρτί; Γιατί, αντί να γράφω, δεν βηματίζω γύρω γύρω στην πρασιά, αναδιοργανώνοντας τις μνήμες μου ώσπου να αποκτήσουν νόημα, ξηλώνοντας και ξαναπλέκοντας το εύπλαστο νήμα του χρόνου; Θα μπορούσα να συνταιριάξω το τάδε με το δείνα γεγονός, θα μπορούσα να κάνω άλματα. Θα έπρεπε να βρω ένα σύστημα γι’ αυτό το γύρω γύρω στην πρασιά, κι ύστερα ένα άλλο την επόμενη μέρα. Το να σκέφτομαι, όμως, γύρω γύρω στην πρασιά δεν μου φτάνει πια. Κατ’ αρχάς, είναι σαν το παραλληλόγραμμο ενός καμβά, πάντα μια περιορισμένη περιοχή, όσο μεγαλοφυώς κι αν τη ζωγραφίσεις. Η χωρητικότητα του μυαλού είναι πεπερασμένη· η κατανόηση, όμως, προϋποθέτει μια σάρωση που θα περιλάβει όλες τις μνήμες που μπορούν να ανακληθούν, κι ύστερα την ικανότητα για παύση. Γράφοντας την ιστορία μου όπως μου παρουσιάζεται, ίσως μπορέσω να γυρίσω πίσω και να ξεδιαλέξω. Το να ζεις είναι σαν το τίποτα επειδή είναι τα πάντα – είναι μια διαδικασία υπερβολικά λεπταίσθητη και πολυδιάστατη για να τη συλλάβει η απλή σκέψη, από μόνη της. Η ζωγραφική είναι σαν μονολιθική στάση απέναντι στα πράγματα, το αποτέλεσμα μιας επιλογής.

Η συνεχής αναδίπλωση του χρόνου-1

Υπάρχει κι άλλος λόγος. Είμαστε βουβοί και τυφλοί και παρ’ όλα αυτά πρέπει να βλέπουμε και να μιλάμε. Δεν εννοώ το αξύριστο πρόσωπο του Σάμι Μαουντζόι, τα σαρκώδη χείλη που ανοίγουν για να αφήσουν το χέρι του να βγάλει το τσιγάρο, ούτε τους λείους, υγρούς μυς που στηρίζουν τα στρογγυλεμένα δόντια, ούτε τον οισοφάγο, τον πνεύμονα, την καρδιά – αυτά θα μπορούσατε να τα δείτε και να τα αγγίξετε αν τον ανοίγατε μ’ ένα μαχαίρι. Αλλά την ακατονόμαστη, αδιανόη-τη και αόρατη σκοτεινιά που κατοικοεδρεύει στον πυρήνα του, πάντοτε σε εγρήγορση, πάντοτε διαφορετική απ’ ό,τι πιστεύετε – αυτή τη σκοτεινιά που πάντοτε σκέφτεται και νιώθει όσα δεν μπορείτε να ξέρετε ότι σκέφτεται και νιώθει, τη σκοτεινιά που ελπίζει απεγνωσμένα να κατανοήσει και να κατανοηθεί. Η μοναξιά μας δεν είναι η μοναξιά του κελιού ή του παρία· είναι η μοναξιά εκείνου του σκοτεινού πράγματος που βλέπει εξ αντανακλάσεως, αισθάνεται με τηλεχειρισμό και ακούει μονάχα εξ αποστάσεως, σαν να ακούει μια ξένη γλώσσα απ’ το τηλέφωνο. Η επικοινωνία είναι το πάθος και η απόγνωσή μας.

Με ποιον, λοιπόν;

Μ’ εσάς;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT