Η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου γνώρισε την Eλλη Παπαδημητρίου πρώτα από το έργο της, την περίοδο της δικτατορίας. Στις αρχές του ’80 τη συνάντησε στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Τη θαύμαζε, αλλά δεν είχε το θάρρος να την προσεγγίσει. Μια σειρά από συμπτώσεις έφεραν την ιστορικό αντιμέτωπη με ένα ογκώδες και αταξινόμητο αρχείο μετά τον θάνατο της Ελλης Παπαδημητρίου το 1993. Το βιβλίο των 496 σελίδων, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Ερμής, είναι καρπός μιας 15ετούς ιστορικής έρευνας. Δεν εξιστορεί απλώς τον ατομικό βίο μιας γυναίκας, αλλά αφηγείται την Ιστορία του 20ού αιώνα, ιδωμένη μέσα από τις εμπειρίες της. «Η Ελλη Παπαδημητρίου, γεννημένη στη Σμύρνη, ενεργή στις μεγάλες καμπές της Ιστορίας, στις αγωνιστικές δράσεις και συσσωματώσεις του καιρού της, στάθηκε ευαίσθητος δέκτης των νεωτερικών ρευμάτων», σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. «Πνεύμα αιρετικό, αρνήθηκε τον μονόδρομο του γυναικείου προορισμού και πορεύτηκε ως μια φεμινίστρια υπεράνω φεμινισμού. Υπήρξε, πάνω απ’ όλα, μια πρωτοπόρα μορφή μαχητικής διανοούμενης που έζησε διά πυρός και σιδήρου, “την εποχή των άκρων”. Το όνομά της έμεινε στην ιστορία των γραμμάτων ιδίως για τη συλλογή προφορικών μαρτυριών “Ο κοινός λόγος”. Ωστόσο διασταυρώθηκε, συνεργάστηκε ή ήρθε σε ρήξη με ανθρώπους που ελάμπρυναν το λογοτεχνικό, πολιτικό και καλλιτεχνικό στερέωμα, όπως βλέπουμε παρακολουθώντας μέσα από τη βιογραφία τις ποικίλες δραστηριότητές της. Ενας βίος, που σαν τόξο θαυμαστό γεφυρώνει την αρχή και το τέλος του αιώνα».
Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Ελλη Παπαδημητρίου: μια γυναίκα του 20ού αιώνα. Ο κανόνας και η παράβαση».

Προδημοσίευση
…στο όρος των Ελαιών. Η συνάντηση της Ελλης με τον Γιώργο Σεφέρη έχει οριστεί για την Τετάρτη, στις 22 Ιουλίου 1942. Ούτε στο πολυτελές ξενοδοχείο Βασιλέας Δαβίδ, ούτε στα βουερά καφενεία τα αράπικα, όπου συχνάζουν και απόδημοι Ελληνες, και μαζί η πανσπερμία της διανόησης για καλό καφέ. Ούτε πάλι, και σε συνοικία αλλοεθνών μόνο και μόνο για να μην τους πιάσει κανένα κακόβουλο μάτι. Προτίμησαν να βρεθούν απόμερα, έξω στη φύση, προς τα λημέρια τα δικά της, κοντά στο κατάλυμά της, στα τείχη.
Η έννοια μιας εύθραυστης ισορροπίας διακατέχει τη σκέψη του ποιητή καθώς κατευθύνεται προς τα εκεί βαδίζοντας στην ιερή πόλη, στα δαιδαλώδη σοκάκια του παζαριού. Φτάνει στα τείχη. Για άλλη μια φορά ο εκτοπισμένος, ο έκπατρις, στοχάζεται τη μοίρα του τόπου του, ενώ μία εικόνα επανέρχεται στο νου. Την έχει μάλιστα σχεδιάσει στο μικρό του τεφτέρι: ο ελληνισμός βρίσκεται στο σημείο όπου παίζει η ζυγαριά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ανατολή. Ο τόπος αποπνέει ιεροσύνη. Και οι δυο τους σιωπηλοί, αγναντεύουν, απέναντι, τον λόφο των Ελαιών, από τον οποίο τους χωρίζει η κοιλάδα του Ιωσαφάτ και ο χείμαρρος των κέδρων. Συναπάντημα μέσα στη φύση. Τα αγαθά του αστικού πολιτισμού –έπιπλα και σκεύη– εδώ θα φάνταζαν περιττά. Θα καθίσουν καταγής, όπως όπως, στο χώμα.
Το μέλλον μοιάζει σκοτεινό. Τη ζεστή αυτή ημέρα του Ιουλίου κανείς από τους δυο δεν μπορεί να προβλέψει πότε και εάν θα υπάρξει επόμενη συνάντηση. Αραγε θα ξαναϊδωθούν; Εκείνος σε καμιά δεκαριά ημέρες, αρχές Αυγούστου, φεύγει για το Κάιρο. Εκείνη έχει επίγνωση της επικίνδυνης τροχιάς στην οποία κινείται. Ζει εν αναμονή των πολιτικών εξελίξεων.
Eλλη Παπαδημητρίου, Γιώργος Σεφέρης – χθες πρόσφυγες, σήμερα περιστασιακά μέτοικοι, αιώνια απόδημοι. Δυο συνομιλητές που γυρεύουν την ειρήνη και τη δικαιοσύνη –αν και από πολύ διαφορετικές ατραπούς ο καθείς– μέσα σε έναν κόσμο που σπαράσσεται. Θα συνομιλήσουν, εδώ, στο Ορος των Ελαιών σε μια προσωρινή μικρή όαση γαλήνης. Ωστόσο, δεν είναι μόνοι. Τους συντροφεύει ένας αναπάντεχος, τρίτος καλεσμένος, αόρατος αν και παρών. Είναι ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Εμπνευσμένοι και οι δυο από τη φυσιογνωμία του, έχουν εγγράψει το λόγο του στρατηγού στις μνημονικές αποσκευές τους. Συνομιλούν με το στρατηγό, όπως και αναμεταξύ τους. Συνδιαλέγονται και οι τρεις.
Καθισμένοι στα τείχη της Ιερουσαλήμ δεν κρατάνε στα χέρια τους βιβλία ή χαρτιά αλλά σαν τους παλαιούς ανθρώπους κατέχουν ολόκληρα εδάφια, ή μικρές φράσεις ακόμα και μόνον λέξεις εκ στήθους. Οσο περνά η ώρα επαναφέρουν τα Απομνημονεύματα στην αρχική προφορική λαλιά τους, απαγγέλλοντας χωρία. Η ποίηση είναι λογοτεχνία προφορική και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε πρώτα πρώτα –αν θέλουμε να την καταλάβουμε– πιστεύει ο ποιητής. Οι άνθρωποι σε ώρα ανάγκης βαστιούνται από τα κείμενα, από τις λέξεις, όπως κάποιοι από τις προσευχές. Οι παλαιοί γραφιάδες, οι αρχαίοι ποιητές, έστω και αν καθεύδουν εδώ και αιώνες, ανασταίνονται μέσα από τον λόγο. Για τους δυο εκπατρισμένους Μικρασιάτες τη γραπτή και την προφορική παράδοση ενσαρκώνει εδώ στα ξένα χώματα ένας Ελληνας – ο Μακρυγιάννης.

Τούτο το καλοκαίρι κλείνουν είκοσι χρόνια από την Καταστροφή της Σμύρνης.
Eλλη Παπαδημητρίου, Γιώργος Σεφέρης – χθες πρόσφυγες, σήμερα περιστασιακά μέτοικοι, αιώνια απόδημοι. Δύο συνομιλητές που γυρεύουν την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, αν και από πολύ διαφορετικές ατραπούς ο καθείς.
Η Ελλη αντιλαμβάνεται, τώρα, με διαφορετικό τρόπο τα Απομνημονεύματα. Μέσα στην ποικιλομορφία των εθνών, την ένδεια των κειμένων, την εξορία της γλώσσας –ακόμα και από αυτή την οπτική απουσία των έντυπων σημαδιών του ελληνικού αλφαβήτου– ο λόγος του στρατηγού ηχεί διαφορετικός.
Ο ποιητής, εκείνος πάλι, αναζητώντας τον ελληνισμό στην καρδιά της αφρικανικής ηπείρου, τον πρώτο χρόνο τον περνάει σαν μαθητευόμενος, διαβάζοντας και αντιγράφοντας. Τον έκαιγαν εδώ και καιρό τα λόγια που κλωθογύριζαν βασανιστικά μέσα στο νου του – φράσεις των «Απομνημονευμάτων». Αλλωστε και το πρώτο ανακοινωθέν του πολέμου, εκείνο το μοιραίο πρωινό, ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου τον βρήκε αποκοιμισμένο με το αντίτυπο του στρατηγού στα χέρια. Πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει μια καλή δουλειά γι’ αυτόν τον Ελληνα από την ορεινή Δωρίδα…
Η σχέση του Σεφέρη με την ελληνική παράδοση διαμορφώνεται οριστικά στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Μέση Ανατολή […]
Ούτε ο Σεφέρης, ούτε η Ελλη, ως δημιουργοί, ο καθένας με το δικό του ειδικό βάρος, έχουν αντιληφθεί ότι η συνάντηση στον Λόφο των Ελαιών, στα τείχη, στο χώμα, έχει ένα καταστατικό χαρακτήρα. Εκείνη, όπως συνηθίζει, δεν θα αφήσει κανένα ίχνος ή μαρτυρία για το συναπάντημά τους. Ο Σεφέρης θα καταγράψει τη συνομιλία στο Ημερολόγιό του. Εκεί καθρεφτίζεται και η συνομιλήτριά του. Μέσα από τις γραμμές, απεικονίζεται, ίσως καλύτερα από όπου αλλού, το ύφος και το ήθος μιας στέρεης φιλίας.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 1942.
…Τ’ απόγεμα η Ελλη Παπαδημητρίου […].
Οι δυο εκπατρισμένοι ποιητές ατενίζουν το Ορος των Ελαιών. Η σωματική επαφή με τη γη στα τείχη, στο χώμα τους προσφέρει στιγμιαία τη γαλήνη. Η συνομιλία στέκει θαρρείς μετέωρη – μετέωρη στο χώρο και στο χρόνο. Το πριν και το μετά του πολέμου καθορίζει το περιεχόμενο, δίνει νόημα στο ειρηνικό συναπάντημα των δύο απόδημων.
Περίεργα όντα οι ποιητές. Υπερίπτανται του εδάφους, αποφεύγουν το συγχρωτισμό με τα ανθρώπινα, για να κατανοήσουν τα ανθρώπινα. Αποτραβιούνται από τα εγκόσμια για να μεθέξουν με τη γραφίδα τους στα εγκόσμια, στην ανθρώπινη μοίρα, στην Ιστορία.

