15 Μαρτίου 1821. Επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί από τη Μολδοβλαχία έως την Πελοπόννησο, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της Επανάστασης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα.
Οι ημέρες αυτές περιγράφονται με ιδιαίτερη ένταση από τους πρωταγωνιστές του Αγώνα, στα απομνημονεύματά τους – την «πρώτη ύλη» για τη νέα εκδοτική σειρά της «Καθημερινής» με γενικό τίτλο «1821: Με την πένα των πρωταγωνιστών».
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε από τις 22 Φεβρουαρίου διαβεί τον Προύθο –σύνορο τότε της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– και πέντε ημέρες πριν είχε συγκροτήσει τον Ιερό Λόχο. Ο Ηλίας Φωτεινός, στους «Αθλους της εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 έτος», οι οποίοι εκδόθηκαν το 1846, περιλαμβάνει επιστολή που απέστειλε στις 14 Μαρτίου ο Καποδίστριας –ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας– προς τον Υψηλάντη, κατ’ επιταγήν του αυτοκράτορα Αλέξανδρου. Εκεί, μεταξύ άλλων, έγραφε: «Αλλά διά της ανταρσίας τάχα και δι’ εμφυλίου πολέμου δύνανται [οι Γραικοί] να ελπίσωσι την άφιξιν του μετεώρου σκοπού των; μήπως διά σκοτεινών υπωρύχων, και ζοφωδών σκευωριών δύναται εν έθνος να ελπίση αναβίωσιν και ύψωσιν εις τον βαθμόν των ανεξαρτήτων εθνών; ο Αυτοκράτωρ δεν το φρονεί». Και κατέληγε: «Μήτε η Εκλαμπρότης σας, μήτε οι αδελφοί σας είσθε πλέον εις την υπηρεσίαν της Αυτοκρατορικής του Μεγαλειότητος. […] εις ό,τι αποβλέπει το υποκείμενόν σας, ο Αυτοκράτωρ δεν συγχωρεί επ’ ουδεμιά υποθέσει να επανέλθητε εις την Ρωσίαν».
Τις ίδιες ημέρες (12 Μαρτίου), ο έμπορος και Φιλικός Σταμάτης Κουμπάρης απέστειλε από την Οδησσό επιστολή στον Μιχ. Φωκιανό, επίσης Φιλικό, ο οποίος είχε το κρυπτογραφικό όνομα «Ισμαήλ». Η επιστολή περιλαμβάνεται στα Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, του Εμμανουήλ Ξάνθου, ενός από τους ιδρυτές της, τα οποία εκδόθηκαν το 1845. Σε αυτήν ο Κουμπάρης πληροφορεί μεταξύ άλλων τον Φωκιανό για τα εξής: «Εις την Κωνστ: [αντινούπολη] η Διοίκησις ηξεύρει όλα, του Γαλατσίου, Βουκουρεστίου και λοιπά, και όλον με πολιτικόν και με τα μούτρα κατεβασμένα ευρίσκετο έως τας 8 τρέχοντος, οπού εμίσευσε [σ.σ. έφυγε] το ύστερον παρτίδον [σ.σ. πλοίο, στη συνθηματική γλώσσα των Φιλικών]. Εζήτησε να βιζιτάρη τα Ρωσικά παρτίδα, όμως εστάθη ο Στρόγονοφ [σ.σ. Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη] και δεν άφησεν. Ο ίδιος ο Σουλτάνος εφώναξε τον Πατριάρχη και ωμίλησε μαζή του 5 ώρας, δεν ηξεύρει τινάς τι ωμίλησεν».
Ο αντιπερισπασμός
Την κατάσταση στην Πελοπόννησο περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ο πρόκριτος και οπλαρχηγός από τα Λαγκάδια Γορτυνίας. «Τους είπομεν», γράφει αναφερόμενος στους προκρίτους των Τούρκων, «ότι δεν υπάρχει ουδεμία υποψία ταραχής αλλά πανσπερμίαι των αποστόλων του Αλή πασά, διά να φέρουν αντιπερισπασμόν εις τον αποκλεισμόν του. Αλλά διά να τους ευχαριστήσωμεν, διετάξαμεν τους συμπολίτας μας να ετοιμάσουν δήθεν 150 ζώα, να τους τα δώσωμεν να αναχωρήσουν, και να τους είπομεν να μένουν ήσυχοι να ετοιμασθούν, τον δε πεζόν εκρατήσαμεν εις την οικίαν μας και την επιούσαν τον εβάλαμεν σίδηρα εις τους πόδας να μην δραπετεύση και απέλθη εις την Τριπολιτσάν και ομολογήση τας ακαταπαύστους προετοιμασίας μας, και την συρροήν πολλών ερχομένων από τας διαφόρους επαρχίας προς ημάς να λάβουν τας οδηγίας διά το κίνημα. Βλέπων λοιπόν ότι το πράγμα εξεσκεπάσθη και πάσα αναβολή απέβαινε πλέον βλαπτική, έστειλα κατά τας 17 Μαρτίου μερικούς ωπλισμένους και συνέλαβον όσους Τούρκους ευρίσκοντο ακόμη εις τα γειτνιάζοντα χωρία, σπαήδες, κιαχαγιάδες και άλλους υπέρ τους πεντήκοντα, και τους αφώπλισαν και τους έφερον ζώντας εις τα Λαγκάδια. Αφώπλισα αμέσως και τους Λαγκαδινούς Τούρκους και διεμοίρασα εις τους κατοίκους ανά ένα διά να τους φυλάττουν, υπό ευθύνην τους, οίτινες και τους έβαλαν αμέσως σίδηρα εις τους πόδας δι’ ασφάλειαν. Την αυτήν στιγμήν διέταξα τον Αναγνώστην Γερμανόν εκ Γαρζενίκου και άλλους και εφόνευσαν τους τρεις αδελφούς Καντραλήδες, επισήμους Τούρκους Καρυτινούς, ευρισκομένους εις αυτό το χωρίον διά υποθέσεις των και τρεις άλλους συντρόφους των».

