«Καλησπέρα σας, συγγνώμη κ. Πρόεδρε της Δημοκρατίας, κ. υφυπουργέ μου… εκλεκτοί καλεσμένοι, καλά μου παιδιά, σας καλωσορίζω στη σημερινή μας εκδήλωση των εκδόσεων Ψυχοκόρη… εμ, Ψυχογιός συγγνώμη… ήθελα να σας πω με τον δικό μου τρόπο, τραγουδιστά, ότι…»
Με αυτόν τον χιουμοριστικό τρόπο άνοιξε τη βραδιά ο Αγγελος Παπαδημητρίου στον κατάμεστο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», την περασμένη Τετάρτη, για την παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Απόστολου Δοξιάδη. Εξω η κακοκαιρία «Erminio» έδειχνε τα δόντια της, αλλά μέσα στην αίθουσα όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον «Γαλανόσκυλο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. «Αγγελε, φτάνει, σταμάτα», ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο οποίος είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία της περφόρμανς-παρουσίασης. Οπως μας είπε στη συνέχεια, ο Παπαδημητρίου μόλις είχε απαγγείλει με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος μια παράγραφο από το βιβλίο, η οποία μάλιστα εκτυλίσσεται μέσα στο ίδιο το κτίριο όπου βρισκόμασταν.

Στον «Γαλανόσκυλο» παρακολουθούμε δύο ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους: στη σύγχρονη αφήγηση, η οποία τοποθετείται στη δεκαετία του 1990, ο Δώρης Καλούσης, ένας γνωστός ηλικιωμένος συγγραφέας παγιδευμένος στην τελειομανία και στις ανασφάλειές του, ανεβαίνει στον Παρνασσό για να γράψει το μεγάλο του έργο. Εκεί ανακαλύπτει τυχαία ένα βιβλίο ενός άγνωστου για εκείνον συγγραφέα, του Αστέρη Αυγερινού. Στην αφήγηση του Αυγερινού –του βιβλίου μέσα στο βιβλίο– βρισκόμαστε στην Αθήνα της Κατοχής, όπου ο απότακτος αξιωματικός Χριστόφορος Μπάμιας προσπαθεί να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή από έναν φανατικό ναζιστή, που τον αναγκάζει να ανεβάσει την «Ορέστεια» ως έργο το οποίο δήθεν προαναγγέλλει τον Χίτλερ. Στο πλευρό του βρίσκεται ο Γαλάνης, ένας μυστηριώδης σκύλος. Ο Καλούσης βυθίζεται στην ανάγνωση, ο κόσμος του αρχίζει να μπλέκεται με την αφήγηση που τον έχει συνεπάρει και το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε μια στοχαστική ιστορία για τον φθόνο, τη δημιουργία, τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και την εύθραυστη σχέση ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα.

Το βιβλίο είναι γεμάτο ανατροπές και εκπλήξεις. Εκπλήξεις όμως είχε και η δική μας βραδιά. Καθώς ο Αγγελος Παπαδημητρίου και ο Θοδωρής Αθερίδης διάβαζαν διαλόγους, με σκηνές από το μυθιστόρημα να εκτυλίσσονται μπροστά μας, ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή από το βάθος: «Θα πείτε τίποτα σημαντικό για το βιβλίο ή να φύγουμε;». Μια νεαρή γυναίκα από το κοινό σηκώθηκε φωνάζοντας, ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να διαβάζει άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο. Το κοινό ξαφνιάστηκε· κάποιοι προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, άλλοι της φώναζαν να κατέβει από τη σκηνή, ενώ οι ηθοποιοί προσπαθούσαν να παραμείνουν ψύχραιμοι.

Λίγο αργότερα, ο Απόστολος Δοξιάδης εμφανίστηκε πίσω από την αυλαία και αποκάλυψε ότι επρόκειτο για πρωταπριλιάτικο αστείο! Η αίθουσα ηρέμησε και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα και γέλια. Ηταν μια σκηνοθετημένη παρέμβαση που είχε ενταχθεί οργανικά στην περφόρμανς, λόγω της ημέρας. Και πέτυχε τον σκοπό της! Ακόμη και αν αυτό δεν ήταν στις αρχικές επιδιώξεις των συντελεστών, η ηθοποιός Μαριλένα Γκογκίδη έμοιαζε να ενσαρκώνει ένα από τα ζητήματα του βιβλίου: τη σύγκρουση ανάμεσα στη φωνή του «καθιερωμένου» και στη φωνή του «αγνώστου». Οπως ο Καλούσης ζηλεύει, αμφισβητεί και απορρίπτει τον Αυγερινό, έτσι κι εμείς αντιδράσαμε αυθόρμητα απέναντι στη νεανική φωνή που «τόλμησε» να διακόψει την παράσταση.

