Σε πολλούς αγαπημένους αθηναϊκούς κινηματογράφους το «The end» στην οθόνη σήμανε και το τέλος των δικών τους «τίτλων». Στο «Εμπασσυ», στο «Πτι Παλαί» και στο «Αθήναιον» περάσαμε όλα μας τα παιδικά χρόνια. Τα δυο πρώτα συνεχίζουν τη ζωή τους ως θέατρα. Το τρίτο έχει μια συγκινητική ιστορία, καταφέρνοντας να σταθεί στον ανταγωνισμό από τα multiplex, την οικονομική κρίση, την πανδημία, αλλά και το streaming. Ισως διότι η οικογένεια, στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκει ο εμβληματικός κινηματογράφος, μπόρεσε κι αυτή να επιδείξει χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας υιοθετώντας γρήγορα νεωτερισμούς και καινούργια τεχνολογικά συστήματα.

Με ρίζες από τη Μυτιλήνη, μέλη της μετανάστευσαν στο Μπουρούντι της Αφρικής πριν από τον Πόλεμο και επέστρεψαν στην Αθήνα το 1960. Εκείνη την περίοδο στο οικόπεδο όπου λειτουργούσε ένας θερινός στους Αμπελοκήπους θα χτιζόταν μεγάλη πολυκατοικία με δυνατότητα δημιουργίας χειμερινής αίθουσας στο ισόγειο. Αποφάσισαν να κάνουν την πρώτη τους επένδυση στα πάτρια και ύστερα την ενοικίασαν σε άλλους έως το 1982.

Εκτοτε την ανέλαβαν οι ίδιοι και σήμερα έχουμε φτάσει στην τρίτη γενιά, με τον 40άρη Γιώργο Γάκα και τον εξάδελφό του 50άρη Κώστα Γιαννόπουλο να κρατούν τα ηνία. Αυτοί πέρασαν το «Αθήναιον» στη νέα εποχή με μια υποδειγματική ανακαίνιση που άγγιξε τον χώρο, τη διακόσμηση, τον ήχο, την εικόνα, το φαγητό και το ποτό, την άνεση – με μια λέξη τη συνολική εμπειρία. Ο πρώτος, έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο, εργάστηκε στην Disney και την Odeon, με αποτέλεσμα να έχει δει εκεί από κοντά πώς το κοινό, ακόμη και η Gen Z, θέλει να πηγαίνει στους κινηματογράφους και να στηρίζει τις καλές προσπάθειες. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Από τον Νοέμβριο μέχρι τώρα θεατές έχουν προσέλθει μαζικά και πολλοί εντυπωσιάζονται με τις καινούργιες δυνατότητες που προσφέρει ο ιστορικός κινηματογράφος: με καναπέδες, καθίσματα που έχουν ανάκληση, μπαρ που σερβίρει ποτά, κρασί και κοκτέιλ σε γυάλινα ποτήρια, μεζέδες αλλά και πίτσες, ακόμη και ενοικίαση πριβέ αίθουσας προβλέπεται για μεγάλες παρέες ή εταιρικές εκδηλώσεις. Η αναβάθμιση της επίσκεψης στη μεγάλη οθόνη είναι ολοφάνερη και άξια συγχαρητηρίων.

«Εκτός από την ξεκάθαρη στήριξη από τον κόσμο», λέει ο Γιώργος Γάκας, «προσθέστε ότι βγήκαν στις αίθουσες ταινίες όπως ο “Καποδίστριας” του Σμαραγδή και η “Σπασμένη φλέβα” του Οικονομίδη, που έφεραν πολλούς θεατές οι οποίοι δεν θα διάλεγαν ως έξοδο το σινεμά. Οι Ελληνες θέλουν πολύ να βλέπουν καλά εγχώρια φιλμ. Επίσης κάνουμε ειδικές προβολές παλιών ταινιών, σε λίγο καιρό θα έχουμε τον “Σημαδεμένο” με τον Πατσίνο και το “Inception”, που έχουν κι αυτές το φανατικό τους κοινό». Εχοντας δει και τις τέσσερις αίθουσες με διαφορετική χωρητικότητα να γεμίζουν ακόμη και με φοιτητές ή εφήβους, προσθέτει: «Η διαφορά με τις πλατφόρμες και το streaming δεν είναι μόνον η συγκίνηση της κοινής θέασης, αλλά και το γεγονός ότι η νέα γενιά ξέρει ότι το σινεμά σε βάζει σε μια ατμόσφαιρα χωρίς οχλήσεις. Στο σπίτι όταν βλέπουμε μια ταινία μπορεί να διακόψουμε δέκα φορές να απαντήσουμε σε τηλέφωνα, να κάνουμε δουλειές. Στον κινηματογράφο απολαμβάνεις αλλιώς ένα φιλμ».
Αλλος ένας λόγος που το «Αθήναιον» ξεχωρίζει είναι οι αφίσες του. Τις έκανε μέχρι και την πανδημία ο Βασίλης Δημητρίου, μετρ του είδους, που δυστυχώς έφυγε από τη ζωή. Στη δουλειά του είχαν κάνει αφιέρωμα και οι New York Times. Τώρα συνεχίζει η Βιργινία Αξιώτη, εξαδέλφη των ιδιοκτητών, που ζει μόνιμα στη Λέσβο. «Τις ζωγραφίζει και μας τις στέλνει με το πλοίο», λέει ο Γιώργος Γάκας. Αν δεν έχετε περάσει ακόμη το κατώφλι του ανακαινισμένου σινεμά, αξίζει μια βόλτα.

