H απώλειά του σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ο Νίκος Στασινόπουλος, που κηδεύθηκε την Τρίτη στο Α΄ Νεκροταφείο, είχε μία εκ των πλέον ηγετικών θέσεων στο εθνικό επιχειρείν, διαμορφώνοντάς το μεταπολεμικά μέσα από τον δυναμισμό και τη διεθνή καταξίωση του ομίλου της ΒΙΟΧΑΛΚΟ. Αν και τη συνεισφορά του στην οικονομική ζωή της χώρας θα την αναλύσουν άλλοι, πιο ειδικοί στο θέμα αυτό, αξίζει κανείς να σταθεί σε μερικά στοιχεία του χαρακτήρα του που τον διαφοροποιούσαν από άλλους επιχειρηματίες, δίνοντάς του την πετριά του ευπατρίδη. Πρώτα από όλα, στην εκπληκτική ικανότητά του να μπορεί να συλλάβει και να διαχειρίζεται ταυτόχρονα δύο κρίσιμα πράγματα. Αφενός τη μεγάλη εικόνα, πού πάνε οι αγορές, ποιες είναι οι τάσεις, πώς κινείται η παγκόσμια ζήτηση και αφετέρου τις ανάγκες και την καθημερινότητα των εργαζομένων του. Ηταν ενήμερος επί παντός, είχε έγνοια ακόμη και για την ποιότητα του φαγητού που θα προσέφερε το κυλικείο. Τέτοια ζητήματα, που οι σημερινοί μάνατζερ θεωρούν ασχολίες οι οποίες δεν τους ταιριάζουν, εκείνος τα θεωρούσε σημαντικά διότι σημαντικός ήταν για εκείνον και ο τελευταίος υπάλληλος.

Δίνοντας μεγάλη έμφαση στο ανθρώπινο δυναμικό, ο Στασινόπουλος ήταν «πολιτικά ανεξίθρησκος», δίχως να σημαίνει ότι ο ίδιος δεν είχε τις απόψεις και την κοσμοθεωρία του. Ποτέ όμως δεν είδε ως ανάχωμα ή πρόβλημα τις ιδεολογικές πεποιθήσεις που μπορεί να είχε κάποιος υποψήφιος ο οποίος ήθελε να εργαστεί στις εταιρείες του. Καθόλου τυχαία, οι παλιοί οικονομικοί συντάκτες έλεγαν ότι μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο, οι Δεξιοί έβρισκαν δουλειά στο Δημόσιο και οι Αριστεροί στη ΒΙΟΧΑΛΚΟ. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν να υπάρχει ήθος, ικανότητα, εντιμότητα και αφοσίωση στον κοινό σκοπό, που ήταν η δουλειά. Πολλές φορές, μάλιστα, έβαλε και εργαζομένους που ανήκαν σε αντίθετα πολιτικά «στρατόπεδα» να στελεχώσουν αλληλοεξαρτώμενα πόστα. Και περιέργως αυτή η συνταγή πάντοτε απέδιδε τα βέλτιστα. Ηταν απολύτως πεπεισμένος ότι η υγιής επιχειρηματικότητα, η αύξηση της παραγωγής με όρους ανταγωνιστικούς, η άμιλλα, ήταν η καλύτερη θωράκιση για την προστασία της κοινωνίας και της χώρας. Διότι η προκοπή και η ευμάρεια, πέρα από πυλώνες εθνικής ανάπτυξης, θα έδιναν και τις ευκαιρίες σε νέους και νέες από μη προνομιούχα περιβάλλοντα να φτιάξουν τη ζωή τους.

Από τα στελέχη του απαιτούσε ολοκληρωμένες προτάσεις και εκτιμούσε αν κάποιος με επιχειρήματα και συλλογιστική αντέκρουε τη δική του οπτική. Είχε τη δυνατότητα της αυστηρής αυτοκριτικής, αλλά και το θάρρος να ζητήσει συγγνώμη αν είχε αδικήσει κάποιον συνεργάτη του. Σε κάθε ζήτημα τον απασχολούσε η ουσία και μόνον αυτή, αφαιρώντας τα περιττά και ιεραρχώντας τις προτεραιότητες με μεγάλη διαύγεια. Πολλές φορές όταν μιλούσε κινούσε τα χέρια του λες κι έπαιζε σκάκι. Είχε έμφυτα τη στρατηγική, το χιούμορ, αλλά και τη σοφία, που τον κράτησε όρθιο ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αλλη σπάνια συνθήκη ήταν η αρμονική και αλληλοσυμπληρωματική δυαρχία με τον αδελφό του, Ευάγγελο. Οταν πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν καταστραφεί από αντιζηλίες, οι δυο τους μονιασμένοι φρόντιζαν την πρόοδο, συνδυάζοντας τα προτερήματά τους και καλύπτοντας τις αδυναμίες τους. Αγαπούσε πολύ τα εργοστασιακά μηχανήματα, καταπιανόταν με αυτά και αντελήφθη από νωρίς τις δυνατότητες της ψηφιακής εποχής. Δεν πολυχρησιμοποιούσε ο ίδιος υπολογιστή. Είχε όμως ανακαλύψει ότι μπορεί να παίξει τάβλι online. Ενας μόνιμος «αντίπαλός» του απεδείχθη τελικά ότι ήταν κάποιος κοντοχωριανός του από την Τεγέα που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Πάνω από όλα, ήταν ένας καλός άνθρωπος με πατριωτική συνείδηση, ένας οραματιστής που έβλεπε μέσα από την επιχειρηματικότητα την πρόοδο του έθνους. Μακάρι οι νεότεροι να δουν στο δικό του παράδειγμα το σημερινό και αυριανό τους «χρέος» προς την Ελλάδα.


