Με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, είναι φυσικό η ατμόσφαιρα των εορτών να είναι επιβαρυμένη με ανησυχία για τα μελλούμενα. Yπάρχει αντίδοτο; Το μεγαλείο της τέχνης είναι αυτό που μπορεί να δράσει ιαματικά. Από την εκπνοή του 2025 κρατώ μια εξαιρετικά αισιόδοξη εικόνα που μου άφησε η επίσκεψή μου στην έκθεση του Παναγιώτη Τέτση στην Εθνική Πινακοθήκη, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και το νέο έτος. Κατ’ αρχάς είναι χαρμόσυνη η μεγάλη προσέλευση στην είσοδο με φόντο τη φρίζα της «Λαϊκής Αγοράς».
Ανθρωποι κάθε ηλικίας, μάλιστα όχι μόνο γονείς με παιδιά αλλά και παππούδες με εγγόνια και νέα ζευγάρια, κάθονταν υπομονετικά στη σειρά για τα εισιτήρια. Σε μια κοινωνία που τα κελεύσματα της κατανάλωσης κυριαρχούν τις ημέρες αυτές, το να επιλέγεις να περάσεις μερικές ώρες σε ένα μουσείο μόνο αυτονόητο δεν είναι.

Να λοιπόν άλλη μια μικρή, αλλά σπουδαία νίκη, και μάλιστα για έναν ζωγράφο που αφιέρωσε το μεγαλύτερο έργο του στους καθημερινούς ανθρώπους. Τι άλλο μπορεί να αποτελεί αυτή η ζωφόρος-ύμνος σε όσους ψωνίζουν φρούτα, λαχανικά και λουλούδια από υπαίθριους πωλητές; Πέραν αυτού, η ίδια η έκθεση, που την Κυριακή 11 Ιανουαρίου ολοκληρώνει τον κύκλο της, είναι από μόνη της ένα μικρό θαύμα. Σε επιμέλεια της Εφης Αγαθονίκου, αναδεικνύει πλήρως το χάρισμα του καλλιτέχνη. Ο Τέτσης, που αγάπησε τόσο το ελληνικό φως και τη θάλασσα, μεταφέρει τον θεατή με τα έργα του στην ελληνική σαγήνη: από το λιμάνι της γενέτειράς του Υδρας και τα βράχια του νησιού, στη Σίφνο, που τόσο αγάπησε όσο ζούσε, στα πεύκα που αποκτούν οντότητα χάρις στον χρωστήρα του, στα ταπεινά κίτρινα τραπεζάκια και τις πλιάν καλοκαιρινές καρέκλες, παρελαύνει μπροστά μας η γοητεία και η μοναδικότητα του οικείου. Την ώρα που οι περισσότεροι κοκορομαχούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δηλητηριάζουν το κλίμα, μας ξαναθυμίζει ότι ζούμε σε έναν τόπο ευλογημένο που άλλοι δεν τον έχουν. Ομως και οι άνθρωποι που έχει ζωγραφίσει –στην ενότητα «Φίλοι»– είναι συγκινητικοί. Είναι μια ωδή στους συνοδοιπόρους, σε αυτούς που ο καθείς μας επιλέγει για να περάσει τα εύκολα και τα δύσκολα του βίου του.

Τεράστια περιουσία η φιλία. Αριστοτεχνικά στημένη η έκθεση, προβάλλει και μία ακόμη ωραία πτυχή. Τα περισσότερα εκθέματα είναι δωρεά του ιδίου του καλλιτέχνη προς την Εθνική Πινακοθήκη, όχι μόνον διότι σεβόταν και αναγνώριζε τη συστηματική δουλειά που έκανε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα –και συνεχίζει με αξιώσεις η Συραγώ Τσιάρα– αλλά και γιατί θεωρούσε χρέος να αφήσει κάτι σε όλους τους Ελληνες.
Η πορεία του και τα ορόσημά της δεν διασκορπίστηκαν αποκλειστικά σε σπίτια και συλλογές, αλλά συγκροτούν έναν ισχυρό πυρήνα που έμεινε κληροδότημα στην Πινακοθήκη. Ενα παράδειγμα προς μίμηση για τους ζωγράφους και τους γλύπτες με την υπογραφή ενός καλλιτέχνη που υπηρέτησε τα γράμματα –με βιβλία και ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών– και τις τέχνες.

Η ατομική «Εμμονή του Βλέμματος», που αξίζει πραγματικά να δείτε, αφήνει σπουδαία κληρονομιά. Σε έναν κόσμο που διεθνοποιείται βάναυσα, που ταλαντώνεται από πολέμους και εντάσεις, μας αναγκάζει να ξαναδούμε τη δική μας πατρίδα και όλα τα καλά που αυτή μας προσφέρει αφειδώς. Και μέσα στην καρδιά ενός χειμώνα δύσκολου για τον πλανήτη να μας φέρνει την αύρα του ήλιου, το χρώμα της θάλασσας και του δειλινού, την αγάπη των δικών μας ανθρώπων. Αλλωστε, όπως έλεγε και ο ίδιος: «Ναι η ομορφιά μπορεί να μας σώσει».

