Τους έβλεπα σε εκθέσεις είτε σε κοινωνικές εκδηλώσεις που ήμασταν από κοινού καλεσμένοι. Πάντοτε κομψοί στους τρόπους και στην εμφάνιση, με μιαν αύρα μινιμαλιστική, σαν την τέχνη τους. Παντρεμένοι από το 1958, συνεργάτες έκτοτε, όχι μόνον έμοιαζαν μεταξύ τους στο περπάτημα. Είχαν γίνει ένα στην όψη και κυρίως στο βλέμμα. Μιλούσαν ήρεμα, χαμηλόφωνα, δίχως κουβέντες περιττές. Τους καμάρωνα. Τώρα δεν θέλω να σκεφτώ την Αγνή Κατζουράκη να βαδίζει μόνη της δίχως τον Μιχάλη πλάι της, διότι η ζωή τους ήταν ένα «κοινό έργο» με γεωμετρία, αρμονία, χάρη και, πρωτίστως, ουσία. Σαν αυτές τις καταπληκτικές αφίσες που έκαναν ως γραφείο «Κ&Κ», τις οποίες σχεδίαζε το ζεύγος με τον Φρέντι Κάραμποτ, για λογαριασμό του ΕΟΤ. Ηταν «διαμαντάκια» οπτικής επικοινωνίας που διαλάλησαν την ομορφιά της Ελλάδας στα πέρατα του κόσμου, σαρώνοντας βραβεία. Ανήμερα Χριστούγεννα, εκείνος «αναχώρησε» σε ηλικία 93 ετών. Θα ‘λεγε κανείς πλήρης ημερών, αλλά δεν είναι αλήθεια. Το 2022 είχε κάνει έκθεση στην γκαλερί Roma, μέσα από την οποίαν ανακάλυψαν παλαιότερες συνθέσεις του τα νέα παιδιά που αγαπούν το ντιζάιν, τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Είχε ακόμα πνευματική και σωματική ικμάδα.

Γεννήθηκε το 1933 στην Αλεξάνδρεια με γονείς που κατάγοντο από την Κρήτη και τη Λήμνο. Στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στα Ρούστικα Ρεθύμνου σώζεται το τέμπλο και ο άμβωνας που έφτιαξε ο παππούς του, Αετός Κατζουράκης. Ο πατέρας του, ωστόσο, ήθελε ο γιος του να γίνει οδοντίατρος. Ομως ο Μιχάλης από την ηλικία των 10 ετών είχε πάρει την απόφασή του. Και αποφοιτώντας από το Κολλέγιο Αθηνών πήγε στο Παρίσι να γίνει αρχιτέκτων, αλλά σύντομα τα παράτησε και στράφηκε στην τέχνη. Είχε ήδη γνωρίσει στην Ελλάδα τον Ζογγολόπουλο και τον Απάρτη. Στη Γαλλία μαθήτευσε κοντά στον Αντρέ Λοτ και τον Πολ Κολέν. Η εμβάπτισή του στον μοντερνισμό με επισκέψεις στα μουσεία, η αγάπη για τον Πικάσο και τον Ματίς, η ανακάλυψη της αμερικανικής τέχνης θα σμιλέψουν το ταλέντο του.

Αυτό όμως που θα τον διαμορφώσει ήταν η γνωριμία και ο γάμος με την Αγνή Μεγαρέως με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες, τη Λουκία και την Ελλη. Ηδη από το 1959 ξεκινούν τη συνεργασία με τον Καραμπότ, ενώ ο Μιχάλης έχει ήδη κάνει την πρώτη του ατομική στην γκαλερί Πέην της Κριεζώτου. Το 1965 του απονέμεται ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος για την ξεχωριστή συμβολή του στο ελληνικό ντιζάιν.

Οι αφίσες που έκαναν θεωρούνται κλασικές για όποιον αγαπά τη γραφιστική και είναι αξεπέραστες. Ακόμα και στα χρόνια που ακολούθησαν ο ΕΟΤ –στον οποίον υπηρέτησε ως καλλιτεχνικός σύμβουλος από το 1960 έως το 1967– δεν κατάφερε να κάνει καλύτερες αισθητικά καμπάνιες, αλλά έπεσε στην παγίδα «ήλιος, θάλασσα, μνημεία».

Παρά την επιτυχία του στις γραφιστικές τέχνες εξελισσόταν συνεχώς ως καλλιτέχνης: Μινιμαλιστικά έργα και γλυπτά, αυστηρή δομή, γεωμετρία, πειραματισμός από τις δύο στις τρεις διαστάσεις, πρώτες ύλες που διέφεραν μεταξύ τους. Η δημιουργία κλειστών ή ανοιχτών σχημάτων και μορφών, ο ρυθμός των σχημάτων και των χρωμάτων, αλλά και η σύνθεση ενός προσωπικού λεξιλογίου. Το πιο βασικό κλειδί για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα του ήταν η τέχνη σε συνομιλία με τον χώρο. Ο Κατζουράκης συνελάμβανε το όλον και μέσα σε αυτό ενέτασσε τα έργα του. Ευτυχήσαμε να δούμε γλυπτά του τοποθετημένα στον δημόσιο χώρο, μεγάλες εκθέσεις του στην Ελλάδα τόσο για τη ζωγραφική και τη γλυπτική του όσο και για τη γραφιστική του δουλειά.

