Να πώς περιέγραφε η ίδια τη ζωή της και αυτά στα οποία τάχθηκε, κοντολογίς το νησί και το λειτούργημά της: «Γεννήθηκα στην Αμοργό το 1938 και έζησα τα παιδικά μου χρόνια εκεί. Εμαθα τα φυτά, τα δένδρα, τα ψάρια, τους αέρηδες, τους καιρούς, τα αστέρια, το χώμα. Είχα μια μάνα σπουδαία, μια σοφή γυναίκα. Εκείνη με δίδαξε να τραγουδώ, να μαγειρεύω, να πλέκω, να κεντώ, όπως με δίδαξε να βοηθώ και να συμπαραστέκομαι σε όποιον έχει ανάγκη. Αυτή η αγάπη για τις Κυκλάδες με οδήγησε να γίνω αρχαιολόγος και να ερευνήσω το παρελθόν τους και να δω ότι οι άνθρωποι είχαν συνήθειες και τρόπους που βάστηξαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ενα από τα πράγματα αυτά ήταν η αίσθηση της κοινότητας, της αλληλοϋποστήριξης».

Στην τελευταία συνέντευξη που είχα κάνει με τη Λίλα Μαραγκού κατά την περίοδο της πανδημίας, η υγεία της είχε ήδη επιδεινωθεί. Η ανάσα της από το ΧΑΠ έβγαινε με κόπο, αλλά η αθεόφοβη κάπνιζε. Πού και πού ζοχαδιαζόταν με την κατάστασή της και με τη γνωστή αθυροστομία της ξαμολούσε δυο-τρεις κατάρες για τον βήχα της. Μετά αμέσως γλύκαινε: «Θα έρθεις να πάμε στην Αμοργό να σε ξεναγήσω στον αρχαίο πύργο;», μου έλεγε. Δεν τα καταφέραμε να δούμε μαζί το απέραντο γαλάζιο της ιδιαίτερης πατρίδας της. Η Λίλα «έφυγε» το Σάββατο και η ελληνική αρχαιολογία θρηνεί μία από τις μεγάλες μορφές της.
Ποια ήταν
Ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων –το οποίο έκανε φυτώριο νέων χαρισματικών αρχαιολόγων– και μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, αφήνει πίσω της σπουδαίο έργο για τις Κυκλάδες, τις οποίες πρόλαβε να γνωρίσει προτού γίνουν πολλές οργανωμένες ανασκαφές. Oχι μόνον επειδή μεγάλωσε εκεί, αλλά κυρίως διότι νεαρή ακόμη με τον Κόλιν Ρένφριου, τη Φωτεινή Ζαφειροπούλου και τον Χρίστο Ντούμα, βρέθηκε να σκάβει στην Κέρο και να βλέπει από πρώτο χέρι την τεράστια καταστροφή που είχαν κάνει οι αρχαιοκάπηλοι.

Υπήρξε η πρώτη επιστημονική υπεύθυνη του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης και συνέβαλε στην εδραίωση του φορέα αυτού, αλλά και στην επιστημονική εμβέλεια του Κυκλαδικού Πολιτισμού. Oμως η μεγάλη της παρακαταθήκη είναι για την Αμοργό. Εκεί ασχολήθηκε με την αρχαία πόλη Μινώα, για την οποία έγραψε και βιβλίο. Κυρίως όμως αφιέρωσε χρόνια δουλειάς στον Πύργο της Αγίας Τριάδας, για τον οποίο βραβεύθηκε από τη Europa Nostra. Το 1973, μαζί με τον νεαρό αρχιτέκτονα τότε Mανόλη Kορρέ και τον φύλακα Μανώλη Δεσποτίδη περπάτησαν σε ένα κακοκτράχαλο μονοπάτι για τέσσερις ώρες για να φθάσουν στο εντυπωσιακό ερείπιο πνιγμένο στις πέτρες και στα υπεραιωνόβια φυτά. Χρειάστηκε να περιμένει 20 χρόνια για να εγκρίνει η πολιτεία κονδύλια. Ομως αυτό δεν ήταν το μόνο πρόβλημα.
Tο 1993, υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Iωαννίνων άρχισαν οι πρώτες συστηματικές εργασίες καθαρισμού χωρίς εργατικά χέρια, επειδή οι εργάτες των γύρω περιοχών φοβούνταν «τον Aράπη». Οι ντόπιοι θεωρούσαν το μνημείο καταραμένο διότι μεγάλωναν με τον θρύλο ότι ανήκε σε ένα βασιλόπουλο και μέσα ζούσε ένας νέγρος που φυλούσε θησαυρούς του. Τελικά βρέθηκαν κάποιοι Αμοργιανοί να βοηθήσουν μαζί με τους φοιτητές.
Η Λίλα Μαραγκού κατάφερε και έδωσε πνοή σε ένα μοναδικό μνημείο που στέκει όρθιο από την αρχαιότητα. Οσο για τα πιτσιρίκια του νησιού, την έβλεπαν και φώναζαν με θαυμασμό: «Αυτή ήδιωξε τον Αράπη!». Καλό ταξίδι, Λίλα και σίγουρα από εκεί ψηλά θα βλέπεις φως και θάλασσα, με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα.
Αποχαιρετισμός αύριο Τετάρτη στις 12 μ. στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.

