Η ζωγραφική του έχει μαγικό ρεαλισμό και στοιχεία που φαίνεται να είναι εντελώς αντιθετικά, αλλά στο τέλος συμπληρώνουν το ένα το άλλο. O Θανάσης Παναγιώτου, που παρουσιάζει αυτήν την περίοδο την τελευταία ενότητα της δουλειάς του στην γκαλερί Genesis στο Κολωνάκι, με τίτλο «Μετέωρα», κάνει μια εικαστική αναφορά στους τεράστιους πέτρινους όγκους της Θεσσαλίας, της περιοχής απ’ όπου κατάγεται. Πάνω σε αυτούς τους βράχους –που αιωρούνται ξεκομμένοι– τοποθετεί μικρές παραμυθένιες καστροπολιτείες με μορφές αινιγματικές. Σαν στοπ καρέ ενός ονείρου ή κάποιας ταινίας, καλεί κάθε φορά τον θεατή να φτιάξει τη δική του πλοκή.

Δεξιοτέχνης του χρωστήρα, ο Παναγιώτου σπούδασε στην ΑΣΚΤ με τον Μυταρά και τον Τέτση έχοντας μεγάλη δεινότητα στο σχέδιο αλλά και στο χρώμα. Αυτό που κρατά ως ζωγράφος σε βάθος χρόνου είναι ότι στα έργα του φτιάχνει κόσμους ολόκληρους, όπως όταν ήμασταν παιδιά που πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να ζήσουμε μέσα στις ζωγραφιές μας, να σκαρώσουμε ένα δικό μας σύμπαν. Από την άποψη αυτή, αν και η ατμόσφαιρα στον καμβά περιβάλλεται από ένα μυστήριο, κάπου αχνοφέγγει και η αίσθηση της ασφάλειας. Μπορείς να πετάς πάνω σε ένα βράχο στα σύννεφα, αλλά τουλάχιστον έχεις ένα κάστρο για να κρυφτείς. Είναι, λοιπόν, ζωγράφος που του αρέσει να λέει ιστορίες με αφηγηματικό πλαίσιο που καθορίζει τελικά ο καθένας από εμάς που βλέπει τις συνθέσεις του. Ωστόσο, για όποιον έχει επισκεφθεί όλες τις εκθέσεις του, υπάρχει μια συγκινητική μορφή που επιμένει να εμφανίζεται παντού. Είναι ένα κοριτσάκι με κόκκινο φόρεμα που δεν τον έχει εγκαταλείψει ποτέ, αλλά ούτε και αυτός εκείνη.

«Η ζωγραφική του Θανάση Παναγιώτου μάς προτείνει έναν κόσμο μεταξύ πραγματικότητας, φαντασίας και ονείρου που συνθέτουν πολύχρωμοι αγροί, κάστρα, φάροι, σπίτια, αεροπλάνα και πολλά άλλα συμπληρωματικά αναγνωρίσιμα στοιχεία του υπαρκτού κόσμου, τα οποία περιχαρακώνουν τον χώρο ορίζοντάς τον, ενώ ταυτόχρονα τον απελευθερώνουν χρονικά», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα του καταλόγου ο συγγραφέας Γιώργος Γώτης. «Αυτά τα σύμβολα επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες και με το εικονογραφικά νοητικό τους βάρος κινητοποιούν τα συναισθήματα και τη φαντασία του θεατή», προσθέτει. Ενα ακόμα κλειδί για να κατανοήσει κανείς την ψυχοσύνθεση του ζωγράφου είναι το γεγονός ότι έχει διδάξει σε παιδιά και, ως εκ τούτου, έχει διατηρήσει εντός του και τη φρεσκάδα του βλέμματός τους, την περιέργεια, αλλά κυρίως την τρυφερότητα.

Σε έναν κόσμο που γίνεται όλο πιο σκληρός και βίαιος, που η παιδική ηλικία στενεύει αφόρητα και μικραίνει χρονικά, ο Παναγιώτου έρχεται με πίνακες και μικρά χειροτεχνικά γλυπτά να μας θυμίσει ότι όλοι μας μπορούμε να δώσουμε τον αγώνα της καλοσύνης και της γλυκύτητας παρά τις δυσκολίες. Αυτή την ιδιαίτερη πάστα τού αναγνωρίζουν και οι ομότεχνοί του. Στα εγκαίνια της έκθεσης, πριν από λίγες ημέρες, έδωσε το «παρών» πλήθος ζωγράφων, ηθοποιών και συγγραφέων.

Ξεχωρίσαμε τους εικαστικούς Δάφνη Αγγελίδου, Μαρία Φιλοπούλου, Στέφανο Δασκαλάκη, Ειρήνη Ηλιοπούλου, Μαριλίτσα Βλαχάκη, Κυριάκο Ρόκκο, Νίκο Αγγελίδη, Χρήστο Παλλαντζά. Το κατώφλι πέρασαν και οι συγγραφείς Μαρία Ευθυμίου, Γιάννης Ξανθούλης, Γιώργος Συμπάρδης, Παναγιώτης Κερασίδης, Γιώργος Βέης και Βαγγέλης Δημητριάδης. Τον τίμησε και το θέατρο με τους Εβίτα Ηλιοπούλου, Ντίνο Αυγουστίδη, Ρήγα Αξελό, Βαγγέλη Μουρίκη, Γιώργο Καραμίχο και Κερασία Σαμαρά.

