Πόσες πιθανότητες είχε ο Ιβάν Αργκότε, ο εικαστικός με το αιχμηρό χιούμορ, να οδηγηθεί σε έναν συνοικιακό φούρνο σε κάθετο της Μιχαλακοπούλου; Στη διάρκεια του mentorship που οργάνωσε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης πριν από κάποιους μήνες, ο Κολομβιανός καλλιτέχνης είδε portfolios και τελικά επέλεξε ως mentee τον Ανέστη Ιωάννου. Ηρθε στην Ελλάδα, γνωρίστηκαν και ο Ελληνας καλλιτέχνης τον προσκάλεσε στο στούντιό του. Διέσχισε υποχρεωτικά το εσωτερικό ενός παλιού, μισοάδειου αρτοποιείου, ανέβηκε σε έναν κίτρινο ανελκυστήρα εμπορευμάτων και σταμάτησε κατεβάζοντας το έμβολο στον ημιώροφο μιας οικογενειακής πολυκατοικίας. Αντίκρισε τις μπομπίνες και τα πινέλα του Ανέστη, τις ραπτομηχανές με τις οποίες ενθέτει υφάσματα στα έργα του, τα χρώματα και τα τελάρα από τζιν, τα μαρμάρινα και πραγματικά skates, τις μεικτές τεχνικές, τα μικρά γλυπτά και τα σχέδια, και το χαρακτήρισε «ναό».
Με διεισδυτικό βλέμμα «διάβασε» και το «Blanc», στο ισόγειο, την οικογενειακή επιχείρηση που επί 47 χρόνια πρόσφερε ψωμί και αρτοσκευάσματα στη γειτονιά. Δεν είναι τυχαίο. Στο έντονα πολιτικό του έργο, ο Αργκότε επιστρέφει συστηματικά σε χειρονομίες αποδόμησης –από τον πεσμένο στο έδαφος Κολόμβο στην προηγούμενη Μπιενάλε έως το μνημειακό περιστέρι στην High Line– ο Κολομβιανός καλλιτέχνης σχολιάζει ιστορικές μορφές επιβολής, θίγει ζητήματα ορατότητας και αποκαλύπτει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους συγκροτούνται οι ταυτότητες.
Η γειτονιά που αλλάζει
«Ο οικογενειακός φούρνος του Ανέστη δεν ανήκει στη νεοφιλελεύθερη εποχή· είναι το είδος του φούρνου που θυμάμαι να ψωνίζω ψωμί και εγώ καθημερινά στη γειτονιά μου στην Μπογκοτά», εξηγεί στο φανζίν που δημιούργησαν, καρπό της συνάντησής τους. Το βλέμμα του στάθηκε στις φορμάικες, τα σύρματα και τους πλάστες, τα επιδαπέδια μίξερ, τις βιτρίνες με γυαλί, τα ξύλινα φτυάρια που έριχναν τις λαμαρίνες βαθιά στο «στόμα» του φούρνου. «Ολα αυτά τα αντικείμενα αλλά και τα έργα του Ανέστη μιλούν έντονα για την πόλη», υποστηρίζει. Εχουν αναφορά σε μια Αθήνα που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς, και που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κατοικηθεί. Ελκυστική για τους ξένους που την επισκέπτονται ή την επιλέγουν ως τόπο διαμονής, αφόρητη για όσους ζουν από χρόνια εδώ, υπομένοντας το κόστος της καθημερινότητας και την ανεξέλεγκτη αύξηση των ενοικίων. Αψεγάδιαστη, απογυμνωμένη από περιττά διακοσμητικά, η γειτονιά, η κάθε γειτονιά της Αθήνας, μοιάζει έτοιμη να υποδεχθεί το νέο της «πελατολόγιο», μόνο που πλέον οι χώροι της δεν έχουν ταυτότητα, δεν συνδέονται με καμία μνήμη ή βίωμα, αλλά λειτουργούν ως «περάσματα», όπου οι άνθρωποι διασταυρώνονται για λίγο και έπειτα σκορπίζονται. «Η δική μου γενιά έχει συνηθίσει να είναι τα πράγματα flat, έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα ότι όλα γίνονται όλο και πιο ουδέτερα, ότι αλλάζει ο πυρήνας της γειτονιάς. Αυτό όμως ξεκίνησε πολλά χρόνια νωρίτερα με τα μανάβικα και τα μπακάλικα που αντικαταστάθηκαν από μίνι μάρκετ. Τελευταίοι έμειναν οι φούρνοι», σχολιάζει ο Ανέστης Ιωάννου. «Εχω ακούσει, φυσικά, ιστορίες από τους γονείς μου που έψηναν τα φαγητά όλου του δρόμου Χριστούγεννα και Κυριακές. Υπήρχε άλλη σχέση με τον κόσμο, τώρα πλέον τα πράγματα έχουν πάρει άλλη κατεύθυνση», προσθέτει.

Κι ο Αργκότε όμως κοίταξε τον φούρνο –που πρόσφατα είχε διακόψει τη λειτουργία του λόγω της συνταξιοδότησης του πατέρα του Ελληνα καλλιτέχνη– σαν να κοιτούσε μια «ζωή περασμένη». Προσπάθησε να καταλάβει την ιστορία και την οικονομία μιας χώρας μέσα από παλιούς ηλεκτρικούς πίνακες και συνταγές για μουσταλευριά πάνω σε σχολικά τετράδια και διαπίστωσε πως το έργο του Ιωάννου είναι άμεσα συνυφασμένο με το περιβάλλον του. Διαθέτει, σύμφωνα με εκείνον, χαρακτήρα, σπιρτάδα και τη δεξιοτεχνία ανθρώπου που μεγάλωσε βλέποντας χέρια να παράγουν έργο.
Το φανζίν, με τίτλο «Α poem for three paintings» (Δεκέμβριος 2025), περιείχε μια σειρά φωτογραφιών του Ανέστη Ιωάννου και τρία έργα με υλικά και έμπνευση από το ίδιο το αρτοποιείο, όπως και ένα δικό του ποίημα για ένα σώμα ή ένα χώρο σε μετάβαση. «Ποτέ δεν ξέρεις για ποιο από τα δύο μιλάει το ποίημα», εξηγεί ο Ελληνας δημιουργός. «Και αυτό μου άρεσε πολύ, γιατί ο χώρος εδώ έχει για εμένα κάτι σωματικό. Εχει ψυχή. Είναι κάτι οικείο, μέσα στο οποίο έχω μεγαλώσει». Ο Ανέστης Ιωάννου ζωγράφιζε από μικρός· ακόμα και όταν έκανε άλλες δουλειές, όπως στο μαγειρείο του αδελφού του, δεν σταματούσε να σχεδιάζει, θυμάται ότι σκίτσαρε πάνω στις σακούλες πριν φύγουν. «Είναι για μένα ανάγκη η ζωγραφική και η μόνη στιγμή στην οποία είμαι απόλυτα ειλικρινής με αυτό που αισθάνομαι. Δεν υπάρχει κανένα φίλτρο».
Ο Αργκότε του επισημαίνει μέσα στο φανζίν ότι πρέπει να σταθεί στο «Blanc», να δουλέψει με την ταυτότητα του φούρνου, αφού σε λίγο καιρό αυτή θα έχει μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Με πρωτοβουλία της γκαλερί Crux αποφασίστηκε, λοιπόν, και το επόμενο βήμα, καθώς οργάνωσαν την pop-up έκθεση «Blanc: The Bakery Project», προσκαλώντας, εκτός από τον Αργκότε και τον Ιωάννου, και άλλους καλλιτέχνες να μιλήσουν για τη διατήρηση της μνήμης μέσα από τα αντικείμενα, τη μεταμόρφωση μιας πόλης αλλά και τα φαντάσματα που κατοικούν ένα χώρο. «Υπήρχε η έγνοια του πώς μεταλλάσσεται ένας χώρος σε μια πόλη αλλά και το πώς ένας χώρος καθορίζει τον ίδιο τον άνθρωπο που ζει μέσα σε αυτόν», εξηγεί η επιμελήτρια της έκθεσης, Μυρτώ Κακαρά. «Στην αρχή είχαμε σκεφτεί να ονομάσουμε την έκθεση πιο ποιητικά, όπως «το πορτρέτο ενός χώρου σε μετάβαση», όμως καταλήξαμε στη χρήση της λέξης bakery γιατί ο φούρνος είναι κάτι πραγματικό, δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα και προϋπέθετε και πολλή σωματική δουλειά για να μπορέσουμε να φέρουμε αυτό το εγχείρημα εις πέρας», σημειώνει. «Αυτό που μας απασχόλησε κυρίως είναι η σχέση μας με τα αντικείμενα, που συχνά λειτουργούν και ως βάρος αλλά και ως φορείς μνήμης. Ανάμεσα στην επιθυμία να κρατήσουμε πράγματα “που να δείχνουν κάτι” και στη δυσκολία να συνυπάρξουν με τα έργα, τα αντικείμενα γίνονται ταυτόχρονα εμπόδια και αφορμές διαλόγου. Είναι σαν παλίμψηστο, όπου πολλαπλές ιστορίες εγγράφονται και επανεμφανίζονται μέσα στον χώρο», υποστηρίζει.


Κάποια έργα έχουν πιο προφανή σύνδεση με τον χώρο, όπως της Πένι Σιόπις, της οποίας η οικογενειακή ιστορία συνδέεται επίσης με ένα φούρνο, μια λεπτομέρεια που ενισχύει την παρουσία της στην έκθεση. «Εχει αυτή τη σχέση με τα αντικείμενα, με μικρούς κόσμους, με ιστορίες που προκύπτουν μέσα από αυτά. Και αυτό ταιριάζει απόλυτα εδώ», προσθέτει και ο Ιωάννου. Αντίστοιχα, τα έργα της Ρένας Παπασπύρου και του Δημήτρη Ρεντούμη παίζουν με τις υλικότητες και την ατμόσφαιρα του φθαρμένου από τον χρόνο και τη χρήση αρτοποιείου, ενώ το ζωγραφικό του Βαγγέλη Γκόκα, τοποθετημένο σε μια αρτοθήκη, είναι στην πραγματικότητα το αυτοπορτρέτο του καλλιτέχνη μπροστά από τη βιτρίνα ενός εγκαταλελειμμένου επαγγελματικού χώρου. Μπροστά του ακριβώς μια εγκατάσταση του Σταύρου Παπαγιάννη, σαρκάζει αυτή την επιθυμία μας για κατανάλωση εικόνων.
«Εχω ακούσει ιστορίες από τους γονείς μου που έψηναν τα φαγητά όλου του δρόμου Χριστούγεννα και Κυριακές. Υπήρχε άλλη σχέση με τον κόσμο», λέει ο κ. Ιωάννου.
Τα φωτογραφικά έργα του Δημήτρη Τσουμπλέκα συνομιλούν με ένα κοχύλι που υπήρχε ως διακοσμητικό όσο ο φούρνος ήταν σε λειτουργία αλλά και με τη φλυαρία του χώρου, ενώ το γλυπτό της Μαρίας Λουίζου και του Βαγγέλη Σάββα λειτουργούν ως υπόμνηση μιας ζωής που υπήρξε.

Το βίντεο της Κατερίνας Ζαχαροπούλου «The Table of Narration», σε ανάθεση και παραγωγή της Στέγης το 2017, προβάλλεται σε ένα άλλο δωμάτιο στον χώρο που διατηρούσε ο πατέρας του Ελληνα εικαστικού για να μαστορεύει. Το έργο βασίζεται σε μια σειρά συναντήσεων με διαφορετικούς ανθρώπους. «Βλέπεις απλώς χέρια να πιάνουν αντικείμενα και να αφηγούνται ιστορίες και αυτό επίσης ταιριάζει εδώ, γιατί και αυτός ο χώρος λειτουργεί μέσα από αντικείμενα και ίχνη που κουβαλούν ιστορίες», εξηγεί ο Ιωάννου.
Συμφιλίωση
Το βίντεο όμως που δίνει τον τόνο στην έκθεση είναι αυτό που σε υποδέχεται στην είσοδο του μαγαζιού από τον Ιβάν Αργκότε, το οποίο απεικονίζει δύο λευκούς μεσήλικες άνδρες να αγκαλιάζονται – ένα σχόλιο για την ανδρική ταυτότητα, ίσως αυτό το ξάφνιασμα που μπορεί να αισθάνονται όταν καλούνται οι άνδρες να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους πέρα από αυτό που κάνουν. «Κάθε μέρα που έρχομαι, ακόμα και τώρα που έχουμε στήσει, βλέπω κάτι στον τοίχο· πάει ο πατέρας μου και βάζει ένα ρολόι, μια παλιά αφίσα, κρεμάει ένα ημερολόγιο. Το κατεβάζω και του λέω “τι κάνεις; έχουμε στήσει, θα έρθει φωτογράφος”. Και μου λέει “εντάξει τώρα, για λίγο, να υπάρχει κάτι”. Οταν έφυγαν τα μεγάλα ψυγεία και ο φούρνος, πήγαινε και τοποθετούσε τραπέζια στη θέση τους, να αναπληρώσει τους όγκους, να διατηρήσει την κάτοψη σχεδόν ίδια. Υπάρχει αυτός ο φόβος, να μην αδειάσει ο χώρος – είναι και αυτό κομμάτι του πένθους, της συμφιλίωσης με μια διάδοχη κατάσταση», εξηγεί ο Ανέστης για τον πατέρα του.
Το θέμα της μετάβασης θίγει και η σειρά «The New Tenants» που υπογράφει ο ίδιος, ερευνώντας όλα τα πιθανά σενάρια και αφηγήσεις που μπορεί να γεννηθούν μέσα σε ένα χώρο που αλλάζει. «Τα έργα ξεκίνησαν μέσα σε όλη αυτή την αλλαγή του χώρου: έβγαιναν πράγματα, πλακάκια, μηχανήματα. Κάποια στιγμή βρέθηκα με αυτά τα υλικά και άρχισα να δουλεύω πάνω τους. Προσπάθησα να φανταστώ πιο οικείες ιστορίες για αυτούς που θα έρθουν μετά», σημειώνει.
«Blanc: The Bakery Project»: από 15 έως 20 Απριλίου, Αεροπόρου Παπαναστασίου 33, Ιλίσια, 4 μ.μ. – 9 μ.μ.

