Το 2025 η παγκόσμια αγορά τέχνης έμοιαζε να κινείται σε τεντωμένο σκοινί, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολέμους, εμπορικές εντάσεις και μια διάχυτη αίσθηση αβεβαιότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η γεωπολιτική αστάθεια αναδεικνύεται η μεγαλύτερη απειλή για τον κλάδο, την ώρα που οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κρατούν τα σκήπτρα με 44% του παγκόσμιου μεριδίου, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει σταθερό στο 18% και η Κίνα ακολουθεί με 14%.
Τα συγκεντρωτικά στοιχεία που ανέδειξε η ετήσια έκθεση της Art Basel και της UBS που ανακοινώθηκε χθες, δείχνουν ότι η παγκόσμια αγορά τέχνης ξεκίνησε συγκρατημένα, αλλά κατέληξε με ουσιαστική ανάκαμψη. Οι συνολικές πωλήσεις έφτασαν τα 59,6 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 4%. Η εικόνα, όμως, δεν είναι ομοιόμορφη: η άνοδος οφείλεται κυρίως σε μια μικρή ομάδα πανάκριβων έργων, ενώ η καθημερινή δραστηριότητα της αγοράς παραμένει σχεδόν στάσιμη.
Οι δημοπρασίες ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της χρονιάς, με αύξηση 9% και εντυπωσιακή επιστροφή των έργων άνω των 10 εκατ. δολαρίων. Στις ΗΠΑ, η αξία αυτών των πωλήσεων εκτινάχθηκε σχεδόν κατά 40%. Το εντυπωσιακό παράδειγμα της χρονιάς ήταν το «Πορτρέτο της Ελίζαμπεθ Λέντερερ» του Κλιμτ, που άλλαξε χέρια για 236 εκατ. δολάρια. Αντιθέτως, οι γκαλερί κινήθηκαν πιο διστακτικά, με αύξηση μόλις 2% και συνολικό τζίρο 34,8 δισ. δολαρίων. Παρά την αύξηση της αξίας, ο αριθμός των συναλλαγών ανέβηκε μόλις 2%. Η αγορά, δηλαδή, δεν «τρέχει» περισσότερο, απλώς πουλάει ακριβότερα. Το χάσμα ανάμεσα στην κορυφή και τη βάση διευρύνεται: τα έργα άνω του 1 εκατ. δολαρίων αυξήθηκαν κατά 21%, ενώ οι πωλήσεις κάτω των 50.000 δολαρίων σημείωσαν μικρή πτώση.
Στις δημοπρασίες, η τέχνη των ιμπρεσιονιστών και μετα-ιμπρεσιονιστών ανέβηκε 47%, ενώ οι παλαιοί δάσκαλοι (Old Masters) σημείωσαν άνοδο 30% έπειτα από δύο χρόνια υποχώρησης. Αντίθετα, η μεταπολεμική και σύγχρονη τέχνη συνέχισε να χάνει έδαφος, πέφτοντας 2%. Τα Art fairs διατήρησαν τον ρόλο τους ως βασικό σημείο συνάντησης της αγοράς. Το 2025 αντιπροσώπευαν το 35% των πωλήσεων των εμπόρων, επιβεβαιώνοντας ότι οι συλλέκτες εξακολουθούν να προτιμούν τη φυσική επαφή με τα έργα και τους δημιουργούς. Παράλληλα, η ψηφιακή άνθηση της πανδημίας συνεχίζει να περιορίζεται: οι online-only πωλήσεις έπεσαν στα 9,2 δισ. δολάρια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2019.
Η επιστροφή στις αίθουσες δεν είναι τυχαία. Οι μεγάλοι συλλέκτες εξακολουθούν να θέλουν να βλέπουν από κοντά τα έργα για τα οποία επενδύουν εκατομμύρια, είτε σε γκαλερί είτε σε art fairs. Αυτή η τάση, όμως, συνοδεύεται από αυξημένα κόστη: μεταφορές, προσωπικό και συμμετοχές σε εκθέσεις ανέβασαν τα λειτουργικά έξοδα των γκαλερί κατά περίπου 5%, ξεπερνώντας την αύξηση των πωλήσεων. Οι έμποροι και οι οίκοι δημοπρασιών αναφέρουν ότι οι δασμοί και οι εμπορικές πολιτικές –ιδιαίτερα στις ΗΠΑ– αποτελούν ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία, επηρεάζοντας τόσο το κόστος όσο και την ψυχολογία της αγοράς.
Μέσα σ’ αυτό το περίπλοκο τοπίο, μια αχτίδα αισιοδοξίας ξεχωρίζει: η εκπροσώπηση των γυναικών καλλιτεχνών φτάνει για πρώτη φορά σε επίπεδα ισότητας στις γκαλερί της πρωτογενούς αγοράς. Συνολικά, το ποσοστό τους αγγίζει το 45%, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί.

