Τα τοπία του Μίλτου Γκολέμα εξασκούν μια επίδραση σχεδόν υπνωτική. Είναι μια ρωμαλέα αντιμετώπιση της τοπιογραφίας ως θέματος και ταυτόχρονα μια ήρεμη, λεπτοκεντημένη, φιλοσοφική όσο και τεχνικά στοιχειοθετημένη επαναδιατύπωση του τρόπου με τον οποίο ορίζεις τον τόπο. Ο Μίλτος Γκολέμας μοιάζει να έχει απελευθερώσει πλέον στη δημόσια σφαίρα μια απολύτως μύχια δουλειά που τον κράτησε κοντά της τα τελευταία χρόνια, πλήρως αποσπασμένο, όσο τη δούλευε, απορροφημένο σε μια διαστολή – συστολή του χρόνου, σε μια χειρωναξία απόλυτης πνευματικής συγκέντρωσης και ακρίβειας.
Το διαπιστώνει ο θεατής που θα βρεθεί μπροστά στα μεγάλων διαστάσεων έργα του (ορισμένα πάνω από 2 μέτρα) στην γκαλερί Ζουμπουλάκη (έως 21 Φεβρουαρίου), γιορτάζοντας 20 χρόνια συνεργασίας. Τα έργα ολόγυρα ορίζουν ένα περιβάλλον ιδιαίτερης πνευματικής πυκνότητας: λιβάδια με μοβ αγριολούλουδα, χωράφια με χρυσά στάχυα, ένα συνειρμικό μείγμα που ανακαλεί Μονέ και Βαν Γκογκ. Ο ίδιος είναι τόσο σεμνός που απέχει από κάθε τέτοιο συσχετισμό, άλλωστε είναι τόσο προσωπική η γραφή του που τον καθιστά μοναδικό. Και πράγματι: είναι η έκθεση όλη μια «αυτοβιογραφία», όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος.
Τα τοπία που αρμολογούν αυτήν την έκθεση με τίτλο «Οροπέδιο» είναι τοπία που οδηγούν στον πυρήνα της βιωμένης μνήμης.
Η τοπιογραφία του Μίλτου Γκολέμα ανελκύει από το δικό του υποσυνείδητο και τη δική του πινακοθήκη της ενηλικίωσης τα τοπία της παιδικής ηλικίας του, στο οροπέδιο του Δομοκού, εκεί όπου ο ορίζοντας είναι αχανής, το ανάγλυφο παραπέμπει στη διαχρονική ορεινή χώρα, στο βορινό όριο της Στερεάς Ελλάδας. Εκεί, στα σταροχώραφα και στους λειμώνες με τα αγριολούλουδα, με τους μακρινούς μονότονους μπλαβί ορίζοντες και τις πράσινες σειρές από λεύκες και βελανιδιές, το τοπίο εξαϋλώνεται στη μνήμη και μετασχηματίζεται σε σημειωματάριο αυτοβιογραφίας.
Ο Μίλτος Γκολέμας φέρει έντονο το συγκινησιακό βάρος αυτού του μετασχηματισμού της ανάμνησης σε ύλη και του ενσωματωμένου βιώματος σε τολμηρές χειρονομίες στον καμβά. Παρότι έχει απελευθερώσει πλέον αυτό το σώμα της δουλειάς και το εκθέτει σε κοινή θέα, μοιάζει, καθώς ξεναγεί στα έργα του, απολύτως δέσμιος συναισθηματικά ενός καλλιτεχνικού και διανοητικού εγχειρήματος που αυτονομείται πλέον ως έκφραση της δικής του ωριμότητας.
Εκείνο όμως που αιχμαλωτίζει το βλέμμα του θεατή είναι η τεχνική, πέρα από το γενικό αισθητικό αποτέλεσμα. Κλωστές χρώματος δημιουργούν μια ανάγλυφη στρώση πάνω στον καμβά, γεννούν μια εντύπωση επίκτητης ψευδαισθητικής έντασης, που επενδύεται ως ένα κέντημα ακρίβειας και επιμονής. Θα μπορούσε να μεταφράσει κανείς όλην αυτήν την κατάθεση πνεύματος και τεχνικής σε μια φυσιολατρία και έναν ύμνο στη γενέθλια γη, αν δεν ήταν φανερό, έπειτα από λίγα λεπτά ώσμωσης με τα έργα, ότι πρόκειται για κάτι πιο σύνθετο.
Σε ένα από τα λίγα μικρών διαστάσεων έργα, στον «Περίπατο», σε ένα πυκνό θέμα με πράσινη βλάστηση, διακρίνεται η σιλουέτα μιας κοπέλας, στα κόκκινα, απολύτως απορροφημένης στο κινητό της. Από μακριά, θα μπορούσε να είναι με ένα βιβλίο στα χέρια, θα μπορούσε να είναι εύγλωττη η παραπομπή, όπως σεμνά λέει ο Μίλτος Γκολέμας, στο έργο του Βερμέερ με το κορίτσι που διαβάζει ένα γράμμα…

