Το όνειρό του ήταν μια εφήμερη εγκατάσταση στο Ιερό του Ποσειδώνα της Καλαυρείας στον Πόρο. Στο κτίσμα της εμπορικής στοάς από την ύστερη κλασική περίοδο ήθελε να τοποθετήσει οριζόντιους καθρέφτες των δέκα μέτρων, που θα αντανακλούσαν «τη φύση, το φως και τον ανεξάντλητο ουράνιο θόλο, επιχειρώντας μια γέφυρα από το χθόνιο στο επουράνιο», όπως μας έλεγε το προηγούμενο καλοκαίρι.
Ο εικαστικός Γιάννης Μπουτέας έφυγε από τη ζωή χθες ύστερα από αιφνίδια ασθένεια σε ηλικία 85 ετών, χωρίς να προλάβει να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Ωστόσο αφήνει πίσω του σημαντικά έργα, μεταξύ των οποίων και την εγκατάσταση «Διαστρωματώσεις Ενεργειακές Εικόνες XVI» (2007), που βρίσκεται στον σταθμό «Κεραμεικός» του μετρό.
Ο Μπουτέας σπούδασε χαρακτική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας με τον Κώστα Γραμματόπουλο και συνέχισε τις σπουδές του ως υπότροφος στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, όπου εργάστηκε για δέκα χρόνια. Από πολύ νωρίς και σε ολόκληρη την πορεία του χρησιμοποίησε το φως, φυσικό ή τεχνητό, ως κυρίαρχο εκφραστικό του μέσο. Το φως, συνήθως με τη μορφή σωληνωτών λαμπτήρων νέον, ήταν το υλικό που εμφανίστηκε ήδη στην πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα (1972, Αίθουσα Τέχνης Αθηνών – Χίλτον) μαζί με καθημερινά υλικά, όπως σχοινί, λαμαρίνες, ξύλα και άσφαλτο. Και πάλι με το ίδιο στοιχείο να κυριαρχεί παρουσίασε τρία έργα στην ομαδική έκθεση «Αδειάζει, γεμίζει, το φως» (Iδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, 2024), ενώ η πιο πρόσφατη δουλειά του με τίτλο «Διαστρωματώσεις – Μεταπλάσεις» εκτέθηκε στον Πόρο, στο πλαίσιο της ετήσιας συνεργασίας της γκαλερί Citronne με το αρχαιολογικό μουσείο του νησιού.
Μέλος της καλλιτεχνικής γενιάς του ’70, ο Μπουτέας παρά τη μακρά πορεία του στη τέχνη, είχε σεμνό και διακριτικό χαρακτήρα. Καλλιτεχνικά, βέβαια, εκφράστηκε με κυριαρχικές εικαστικές συνθέσεις που επιβάλλονται στον χώρο. Τα έργα του –κατασκευές και εγκαταστάσεις– διατηρούν τη φόρτισή τους, ενώ ταυτόχρονα είναι οικεία, σε μια διαρκή επικοινωνία με τον θεατή. Η τεχνολογική και γεωμετρική πλευρά της δουλειάς του τονίστηκε με τη συμμετοχή του στην ομάδα «Διαδικασίες – Συστήματα» (1976), την οποία ίδρυσε ο θεωρητικός της τέχνης Εμμανουήλ Μαυρομάτης. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1981) και στην 44η Μπιενάλε της Βενετίας, μαζί με τον Γιώργο Λάππα (1990). Το 2004, στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, πραγματοποίησε μια εγκατάσταση μήκους 18 μέτρων στον αρχαιολογικό χώρο κοντά στον λόφο Φιλοπάππου.
Συχνά στις κουβέντες του αναφερόταν στο αέναο παιχνίδι της αναζήτησης της τέχνης μέσω ευτελών, ανόμοιων υλικών. Από την παιδική ηλικία του και τα μετεμφυλιακά χρόνια στην Καλαμάτα, όπου μεγάλωνε, είχε μάθει να κατασκευάζει αυτοσχέδια παιχνίδια με τους φίλους του από καουτσούκ, θαλασσόξυλα ή πλαστελίνη. «Εμαθα να χαίρομαι το τυχαίο, να απολαμβάνω τις συμπτώσεις, να αυτοσυγκεντρώνομαι για να δω τις σημαντικές λεπτομέρειες και άλλοτε να χάνομαι στις σκέψεις μου», είχε αναφέρει στην τελευταία συνέντευξή του στην «Κ» (10/6/2025).

