Θάλασσες σαν τις τωρινές, τις χειμωνιάτικες και τις φουρτουνιασμένες, αγαπάει να ζωγραφίζει ο Τάσος Μαντζαβίνος. «Μου αρέσει να την παριστάνω τρικυμιώδη, γιατί τότε έχει μέσα της αγωνία», λέει εξηγώντας την έμπνευσή του πίσω από την έκθεση «Παρά θίν’ αλός», που φιλοξενείται στην γκαλερί Σκουφά.
«Παρά θίν’ αλός», «κοντά στην ακτή της θάλασσας», στρατοπέδευαν οι ήρωες στην Ιλιάδα, εκεί ξεκουράζονταν, καβγάδιζαν, γλεντούσαν, πενθούσαν, θυσίαζαν στους θεούς. Το νερό εκεί όπου συναντά τη στεριά φέρει την αίσθηση του ορίου: εκεί το σταθερό αγγίζει το ρευστό. Οι φουρτούνες που έχουν το χρώμα του σκοτεινού ωκεανού –ένα μπλε που μοιάζει με μαύρο, «Bleu de Prusse» διευκρινίζει ο καλλιτέχνης– πρωταγωνιστούν στη νέα δουλειά του Μαντζαβίνου. Τα έργα αναπαριστούν εικόνες εμποτισμένες με μνήμη, ελληνικό φως, παραμυθένιες αφηγήσεις και την ποιητική μελαγχολία του τοπίου. Η ζωγραφική του Μαντζαβίνου συνομιλεί με τον μύθο και την παράδοση, αλλά και με την προσωπική, βιωματική σχέση που έχει ο ίδιος με τη θάλασσα ως τόπο, σύμβολο και ψυχικό τοπίο.
Ολοκληρώνοντας την έκθεση-εγκατάσταση «Ο βυζαντινός κόσμος του Τάσου Μαντζαβίνου» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στα τέλη του 2022, ο καλλιτέχνης επέστρεψε στο ατελιέ του και άρχισε να δουλεύει τα καινούργια έργα. Κρατώντας πάντοτε ανοιχτή την οδό προς το ασυνείδητο, επιλέγοντας να μην παίρνει αποφάσεις για τη θεματική του εκ των προτέρων αλλά να αφήνεται σε συνομιλίες με τις μέσα του φωνές, αυτή τη φορά κατευθύνθηκε προς την ακροθαλασσιά.

«Ζωγραφική εκ του φυσικού;», τον ρωτάμε. «Ποτέ», απαντά. «Είμαι ζωγράφος του εργαστηρίου. Παρομοιάζω τον εαυτό μου με λογοτέχνη που, καθισμένος στο γραφείο του, προσπαθεί μέσα από τις ιστορίες του να αναπαραστήσει νοήματα, ιδέες και σκέψεις».
Ποιες είναι λοιπόν οι ιστορίες πίσω από τη σειρά του «Παρά θίν’ αλός»; «Τρικυμίες και φόβοι, μυθολογικά πλάσματα σαν τις γοργόνες, λαϊκά θρησκευτικά μοτίβα σαν το ψάρι του Ιωνά, ναυτικές αφηγήσεις για τα μυστήρια μιας μοιραίας σαν τη θάλασσα που κουβαλά στα σωθικά της ποντοπόρα πλοία, πνιγμένους, θησαυρούς και πρωτόγονα πλάσματα του υγρού στοιχείου», επισημαίνει ο ζωγράφος.
Παρομοιάζω τον εαυτό μου με λογοτέχνη που, καθισμένος στο γραφείο του, προσπαθεί μέσα από τις ιστορίες του να αναπαραστήσει νοήματα, ιδέες και σκέψεις.
Και βεβαίως νερό σημαίνει μήτρα, γέννηση, ανάμνηση, νόστο. Ετσι, σχεδόν αναπόφευκτα, ο Μαντζαβίνος επιστρέφει στη δική του γενέθλια ακτή, στο Νέο Φάληρο. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια και μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του ακόμη κουβεντιάζουν για τον βόμβο της θάλασσας που έφτανε έως τα παράθυρά τους, για τις παραξενιές του νοτιά, που αναμοχλεύει τα φύκια και φέρνει τη μυρωδιά του ιωδίου και της αρμύρας μέσα στην πόλη. Η θάλασσα δεν είναι εικόνα, αλλά εμπειρία. Η προσωπική ιστορία του ζωγράφου εγγράφεται σιωπηλά σε αυτήν τη σχέση. Ο πατέρας, ναυτικός, χάνεται νωρίς σε ένα ταξίδι από αιφνίδια ασθένεια και η απουσία του λειτουργεί ως διαρκές κενό. Η θάλασσα έχει δείξει ήδη το διπλό της πρόσωπο: ζωή και θάνατος.
Οι γνώριμες πια φιγούρες του Μαντζαβίνου –ναυτικοί, βαρκάρηδες, σώματα σε καΐκια, γυναίκες που περιμένουν, άνεμοι που ευνοούν ή διώχνουν– συνθέτουν ένα υδάτινο σύμπαν, μέσα στο οποίο οι μορφές στέκουν όπως στέκεται κανείς μπροστά σε κάτι που τον ξεπερνά. Από τον Ομηρο κρατάει την έννοια του συνόρου, το κρίσιμο σημείο της ακροθαλασσιάς όπου η μοίρα βαραίνει περισσότερο από τις πράξεις. Από τη λαϊκή παράδοση και τον Καραγκιόζη κρατάει τη χειροποίητη μορφή, απλότητα και παιδικότητα όχι στο ύφος αλλά στον τρόπο, μια αθωότητα που όμως γνωρίζει βαθιά τον κόσμο.
Και βέβαια, όπως παραδέχεται ο ίδιος, «αυτές είναι όλες δικές μου αναγνώσεις των έργων». Το θέμα, το χρώμα, η σύνθεση· όλα αυτά, τονίζει, επιθυμεί να κουβαλούν την «παραμυθία και ταυτόχρονα να πυροδοτούν τη φαντασία και να “τσιμπάνε” λίγο τον θεατή». Δεν τον ενδιαφέρει η ωραιοποίηση, ούτε η δεξιοτεχνική επίδειξη· τον ενδιαφέρει η αλήθεια του αισθήματος. «Τα έντονα προσωπικά βιώματα, αυτός είναι ο καμβάς πάνω στο οποίο έρχεται και κάθεται η τέχνη», εξηγεί ο Μαντζαβίνος.
Η γκαλερί Σκουφά έχει επιλέξει για αυτή την έκθεση να προσφέρει ένα επιπλέον «δώρο» στον επισκέπτη, μεταφέροντας μια γωνιά από το εργαστήρι του καλλιτέχνη στην αίθουσα του Κολωνακίου. Φωτογραφίες, αντικείμενα και εργαλεία της μαστορικής του ζωγράφου συνυπάρχουν με τα έργα σαν να βρίσκονται ακόμη εν τω γίγνεσθαι, σε μια ροή που φαίνεται απολύτως φυσιολογική αφού μιλάμε για τη θάλασσα.
Γκαλερί Σκουφά: «Παρά θίν’ αλός», επιμέλεια: Γιώργος Μυλωνάς. Εως τις 7 Φεβρουαρίου.

