«Athens Dies In Dreams At Sunrise»· σε ελεύθερη απόδοση, «Την αυγή η Αθήνα σβήνει μες στα όνειρα». Ο τίτλος του έργου που ο Οργανισμός ΝΕΟΝ ανέθεσε στον εικαστικό Αλέξανδρο Τζάννη θα μπορούσε να σταθεί ως στίχος τραγουδιού. Αλλωστε, ο συγκεκριμένος τίτλος αντλεί την έμπνευσή του από το τραγούδι «All Day I Dream About Sex» των Korn, γνωστό και ως «A.D.I.D.A.S»: σκοτεινή ατμόσφαιρα, «βαριά» μπάσα, φωνητικά που πάνε από τον ψίθυρο μέχρι την κραυγή.
Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, μιλώντας για τη γλυπτική εγκατάστασή του, θυμάται μια άλλη εποχή της Αθήνας, τη δεκαετία του 1990· ξενύχτια, μουσικές και ρέιβ πάρτι στις παρυφές του άστεως. «Η πνοή της πόλης που μοιάζει να σβήνει το πρωί, καθώς η κούραση του ξενυχτιού τραβάει όλη την ενέργεια. Για τους ξενυχτισμένους, το χάραμα είναι θολό στη σκέψη και τα μάτια», λέει ο Αλέξανδρος Τζάννης ανακαλώντας παλιότερες στιγμές, καθώς μιλάμε καθισμένοι σε ένα παγκάκι στον λόφο του Φιλοπάππου.
Αυτός ο δημόσιος χώρος θα φιλοξενεί έως τις 21 Δεκεμβρίου ένα ακόμη «σχόλιο» της σύγχρονης τέχνης πάνω στην πόλη σε συνεργασία με την εταιρεία του Δήμου Αθηναίων «Green Athens». Το ΝΕΟΝ ενεργοποιεί ένα παλιό λατομείο στη νότια πλευρά του λόφου Φιλοπάππου για να παρουσιάσει τη νέα του έκθεση, σε επιμέλεια της Γαλήνης Νώτη, σε ένα πρόγραμμα που αποσκοπεί να χτίσει μια διαρκή, οργανική σχέση ανάμεσα στο έργο, τον χώρο και τους ανθρώπους που τον κατοικούν.
Και η αλήθεια είναι πως όσο διαρκεί η ξενάγηση, έχουν περάσει δίπλα μας δρομείς, φιλόζωοι που βγάζουν βόλτα τον σκύλο τους, περιπατητές και μαμάδες με τα μωρά τους σε καροτσάκια. Το παλιό λατομείο, ένας τόπος φυσικός αλλά ταυτόχρονα διαμορφωμένος από την ανθρώπινη επέμβαση, φέρει ήδη πολλαπλές επιστρώσεις. Το 2003, οι αρχιτέκτονες Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη και Αντώνης Νουκάκης δημιούργησαν εκεί μια διάτρητη μεταλλική κατασκευή για υπαίθριες εκθέσεις γλυπτικής, η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ αλλά έμεινε «δεμένη» στον βράχο, πλέον ως τμήμα του. Πάνω σε αυτόν τον σκελετό, ο Τζάννης προσαρτά το νέο έργο του, επαναφέροντας την αρχική πρόθεση αλλά ταυτόχρονα υπονομεύοντάς την.
Η επιμελήτρια Γαλήνη Νώτη σημειώνει πως η δουλειά του Τζάννη λειτουργεί σαν ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του: παρασιτεί, μεταλλάσσεται, το επηρεάζει και επηρεάζεται από αυτό. Το γλυπτό-παράσιτο της έκθεσης περικυκλώνει και «κατοικεί» τη διάτρητη κατασκευή, εισάγοντας μια αυστηρή γεωμετρία, ένα άκαμπτο πλαίσιο που οριοθετεί τον χώρο. Από το 2017, τα «Παράσιτα» του Τζάννη προσκολλώνται σε αρχιτεκτονικά στοιχεία ως σημάδια κατοίκησης. Με σίδηρο και μαγνήτες, δημιουργούν ένα δυναμικό σύμπλεγμα που επαναπροσδιορίζει τη σχέση ξενιστή – π αρασίτου.
Στην επιφάνεια του γλυπτού αποτυπώνονται μορφές από τα κλαδιά της μηδικής, φυτού που μοιάζει ξερό αλλά αναγεννάται, υπενθυμίζοντας τον κύκλο θανάτου και ζωής. Στη βάση και σε μια μαύρη λίμνη που μοιάζει να είναι φτιαγμένη από πίσσα βρίσκονται μισοβυθισμένες αθλητικές μπλούζες που ανασύρουν την ανάμνηση των ρέιβ του ’90. Κάποια από αυτά τα πάρτι έγιναν εδώ, στον ίδιο τον λόφο, στο συγκεκριμένο σημείο. «Τι έχει μείνει από την πόλη που έθρεψε τα ξενύχτια μας;», φαίνεται να μας ρωτάει η γλυπτική εγκατάσταση.

