Αχ, αυτή η κλητική των ονομάτων!

Βρισκόμουν προ ημερών σε μια ομήγυρη. Είναι να μη σου βγει το όνομα. Οσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότεροι/ες από τους/τις παρόντες/ούσες θυμούνταν ότι είχαν κάποια γλωσσική απορία να λύσουν, ότι κάποιο γλωσσικό ερώτημα τους απασχολούσε

3' 58" χρόνος ανάγνωσης

Βρισκόμουν προ ημερών σε μια ομήγυρη. Είναι να μη σου βγει το όνομα. Οσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότεροι/ες από τους/τις παρόντες/ούσες θυμούνταν ότι είχαν κάποια γλωσσική απορία να λύσουν, ότι κάποιο γλωσσικό ερώτημα τους απασχολούσε. Κοινώς, τώρα που βρήκαμε παπά (Παππά)… Κάποιοι μάλιστα, πιο υποψιασμένοι, είχαν διαβάσει κατά καιρούς κείμενά μου. «Γιατί λες ότι δεν υπάρχει λεωφόρος Κηφισίας;», «γιατί γράφεις σαββατοκύριακο και όχι Σαββατοκύριακο;», «γιατί επιμένεις ότι ο εβραίος γράφεται με πεζό αρχικό;» και άλλα τέτοια.

Σύντομα, μια κυρία με ρώτησε κάτι αρκετά κοινό: «Ποιο είναι το σωστό; Κύριε Βενιζέλο ή κύριε Βενιζέλε;». Πράγματι, λοιπόν, υπάρχουν αμφισβητήσεις και διαφορετικές εκδοχές ως προς την κλητική πτώση ονομάτων, οικογενειακών ή βαφτιστικών, που έχουν κατάληξη -ος. Γιατί λέμε «Νίκο, δώσε μου την μπάλα» ή «Σπύρο, θέλεις μια μπίρα;», αλλά «Φίλιππε, μην ξεχάσεις να μου τηλεφωνήσεις» ή «Αγγελε, τι θα πιεις;». Πώς προσφωνούμε τον φίλο μου τον Νίκο τον Αλιβιζάτο; «Κύριε Αλιβιζάτο ή κύριε Αλιβιζάτε;». Αν σας καλέσει (που λέει ο λόγος…) στην εκπομπή του ο Νίκος Ευαγγελάτος, πώς του απευθύνεστε; «Κύριε Ευαγγελάτο ή κύριε Ευαγγελάτε;». Και αν συναντούσατε κάποτε τον «υπουργό» Μαυρογιαλούρο, θα του λέγατε: «Τι κάνετε, κύριε Μαυρογιαλούρο;» ή «τι κάνετε, κύριε Μαυρογιαλούρε;». Ειδικά με τα εις -τος οικογενειακά ονόματα, κατά κανόνα κεφαλονίτικης προέλευσης, θυμήθηκα και το ανέκδοτο (το έλεγε ο πατέρας μου) με εκείνον που στην Κατοχή, ακούγοντας να λένε και να ξαναλένε για τη «δικτατορία του προλεταριάτου», σχολίασε θυμόσοφα: «Τι σου είναι αυτοί οι Κεφαλονίτες! Οποια πέτρα σηκώσεις, από κάτω θα τους βρεις».

Επιστρέφοντας στην κλητική των βαφτιστικών, λέμε Φίλιππε, Στέφανε, Χαράλαμπε, Γεράσιμε, Χριστόφορε κ.λπ., ενώ από την άλλη λέμε Νίκο, Σπύρο, Χρίστο, Στέλιο κ.λπ. Δεν έχω ακούσει ποτέ «Νίκε, πού πας;», «Σπύρε, τι θα κάνεις αύριο;» ή «Τάσε, διάβασες το βιβλίο που σου χάρισα;», ούτε όμως «Στέφανο, τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» ή «Λάζαρο, τι θα φορέσεις το βράδυ;». Αν, ας πούμε, συναντήσετε τον Γιωτόπουλο ένοπλο και ανήκετε στην κατ’ εκείνον «λούμπεν μεγαλοαστική τάξη», θα του πείτε προφανώς είτε «λυπήσου με, Αλέκο!» είτε «λυπήσου με, Αλέξανδρε!». Οπως συμβαίνει συχνά με τέτοιου είδους «δίπολα», θα έλεγα ότι υπάρχει πάντως και μια ενδιάμεση, ας πούμε, κατηγορία, όπου και οι δύο καταλήξεις «παίζουν»: Παύλο αλλά και Παύλε, Πέτρο αλλά και Πέτρε (σπανιότερο αυτό), Θύμιο αλλά και Θύμιε, Σταύρο αλλά και Σταύρε.

Θυμήθηκα το ανέκδοτο με κάποιον που ακούγοντας να λένε για τη «δικτατορία του προλεταριάτου», σχολίασε θυμόσοφα: «Τι σου είναι αυτοί οι Κεφαλονίτες!».

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται κάπως παράξενος αυτός ο «δυϊσμός» ως προς την κατάληξη. Ωστόσο, ο (άτυπος, εν πολλοίς) κανόνας είναι σχετικά απλός: εξαρτάται από το αν το όνομα είναι δισύλλαβο, οπότε ευκολότερα σχηματίζει την κλητική του σε -ο (Μάρκο, Τάσο, Μάνο κ.ά.) ή αν έχει περισσότερες συλλαβές, οπότε επικρατεί η κατάληξη -ε (Τιμόθεε, Νεκτάριε, Ανάργυρε, Ευάγγελε κ.λπ.). Ενίοτε πάντως στην επιλογή τού ενός ή του άλλου τύπου παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες, όπως το αν πρόκειται για γραπτό ή για προφορικό λόγο, αν υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη οικειότητα κ.ά. «Παύλο, δώσε μου το μολύβι», θα πω. Ομως, όταν του απευθύνομαι και είναι φιλαράκι μου, μπορεί να πω: «Ρε συ, Παύλε. Πάλι τα έπινες χθες το βράδυ;».

Περνώντας και πάλι στα οικογενειακά ονόματα, αναφέρθηκα ήδη σε περιπτώσεις όπου μάλλον και τα δύο σωστά είναι. «Κύριε Βενιζέλε», λοιπόν, αλλά και «κύριε Βενιζέλο». Ιδού, όμως, και ορισμένα πρόσωπα, από διάφορα μάλιστα πεδία του δημόσιου βίου, στα οποία δύσκολα θα απευθυνόταν κάποιος χρησιμοποιώντας την κατάληξη -ε. Αν, ας πούμε, έπαιρνα συνέντευξη από τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Τσάτσο, δύσκολα θα ξεκινούσα λέγοντας: «Πείτε μου, κύριε Τσάτσε». Αν, πάλι, είχα απέναντί μου τον Λεωνίδα Καβάκο, δύσκολα θα ρωτούσα: «Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια, κύριε Καβάκε;». Και για να το τερματίσω, που λέει και η νεολαία, θα ρωτούσατε ποτέ «Πού θα εμφανιστείτε τον χειμώνα, κύριε Ρέμε;». Α ναι, και κάτι ακόμη: όταν το οικογενειακό όνομα τονίζεται στη λήγουσα, προφανώς και η απεύθυνση δεν μπορεί παρά να είναι με κατάληξη -ε: κύριε Σπανέ, κύριε Βρεττέ, κύριε Χρυσέ κ.ο.κ.

Θα κλείσω με ένα άλλο επίδικο(;): το ουσιαστικό ο πατέρας/πατήρ, του οποίου πολύ συχνά ακούω να ταλαιπωρούνται οι πτώσεις. Στα τρεχούμενα ας πούμε ελληνικά, τα πράγματα είναι απλά: ο πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα, ω πατέρα. Σε πιο λόγια εκδοχή όμως, έχουμε: ο πατήρ, του πατρός, τω πατρί, τον πατέρα, ω πάτερ. Εν ολίγοις, το πάτερ είναι κλητική. Και όμως, επανειλημμένως έχω ακούσει ή έχω δει γραμμένο «ο πάτερ Αντώνιος», «του πάτερ Αθανάσιου», «τον πάτερ Σεβαστιανό» κ.ο.κ. Με άλλα λόγια: «Πάτερ Αντώνιε, αμάρτησα. Θέλω να εξομολογηθώ», αλλά όχι «εξομολογήθηκα στον πάτερ Αντώνιο», ούτε «αυτό το καλυμμαύχι είναι του πάτερ Αντώνιου».

Στη δημοτική τα πράγματα είναι απλά: ο πατέρας, του πατέρα κ.λπ. Ομως στην πιο λόγια εκδοχή, ο πατήρ, του πατρός, τω πατρί, τον πατέρα και ω πάτερ, η κλητική.

Αυτά τα περί κλητικής, με λίγα «πατερικά» για επιδόρπιο. Φαίνονται ίσως λίγο σχολαστικά, αλλά σας βεβαιώνω ότι πρόκειται για πολύ κοινά διλήμματα και φάλτσα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT