Ο δεύτερος πιανιστικός μαραθώνιος στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ της άνοιξης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου και την 1η Απριλίου. Λίγες ημέρες μετά τα πέντε συν ένα Κοντσέρτα για πιάνο του Μπετόβεν που απέδωσε ο Κίριλ Γκέρσταϊν με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης, ακούστηκαν τα τέσσερα συν ένα Κοντσέρτα για πιάνο του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, δηλαδή τα γνωστά τέσσερα, μαζί με τη «Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι», έργο με τριμερή μορφή, που το κάνει να μοιάζει με κοντσέρτο. Σολίστ ήταν ένας ακόμη Ρώσος πιανίστας, ο Ντένις Κοζούχιν, τακτικός καλεσμένος του Μεγάρου, ενώ την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών διηύθυνε ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης.
Τα κοντσέρτα για πιάνο είναι πρωτίστως τα έργα στα οποία ο Ραχμάνινοφ χρωστάει την υστεροφημία του. Είναι εκείνα που περισσότερο από κάθε άλλη σύνθεσή του συμπυκνώνουν το στίγμα της μουσικής του, αυτό ενός ώριμου ρομαντισμού με σαρωτικές, συναισθηματικά άμεσες, νοσταλγικές μελωδίες. Το στοιχείο της εντυπωσιακής πιανιστικής δεξιοτεχνίας προστίθεται στη σαγήνη που ασκούν τα έργα στο ακροατήριο, το οποίο είναι αυτονόητα μεγάλο ακριβώς λόγω αυτών των χαρακτηριστικών. Οχι συμπτωματικά, τα κοντσέρτα αυτά περιλαμβάνονται τακτικά στους προγραμματισμούς των συμφωνικών συνόλων παντού, όπως και στην Αθήνα, όπου μόλις πριν από τέσσερις μήνες στην ίδια αίθουσα η ίδια ορχήστρα είχε παρουσιάσει το δεύτερο Κοντσέρτο με σολίστ τον Ιβο Πογκορέλιτς υπό τη μουσική διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου.
Το αθηναϊκό κοινό έχει επανειλημμένως χαρεί τις αρετές του Κοζούχιν τόσο σε συμφωνικά έργα όσο και σε έργα μουσικής δωματίου. Πέρυσι τον Μάιο, όταν αντικατέστησε την Ελέν Γκριμό στο πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπραμς με την Καμεράτα του Ζάλτσμπουργκ, δόθηκε η ευκαιρία στους ακροατές να απολαύσουν τον ρωμαλέο ήχο του, στοιχείο απαραίτητο και στα έργα του Ραχμάνινοφ. Σε αυτόν προστέθηκαν αυτή τη φορά η εντυπωσιακή δεξιοτεχνία όπως και η πλαστικότητα με την οποία διαμόρφωνε τις χαρακτηριστικά εκτενείς μελωδικές φράσεις της μουσικής του Ρώσου συνθέτη.
Η πρώτη βραδιά ξεκίνησε με το νεανικό πρώτο Κοντσέρτο που ο Ραχμάνινοφ ξεκίνησε στα δεκαεπτά του και στο οποίο επανήλθε 26 χρόνια αργότερα προκειμένου να του δώσει την οριστική μορφή του. Οι τυπικά νοσταλγικές μελωδίες είναι ήδη παρούσες. Oμοια, επίσης, το στοιχείο της δεξιοτεχνίας, ορμητικής και ατέρμονης ειδικά στο τρίτο μέρος, στο οποίο ο Κοζούχιν ανταποκρίθηκε ηρωικά.
Ωκεανός ήχου
Ακολούθησε η «Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι». Πρόκειται για έργο αποτελούμενο από 24 παραλλαγές πάνω στο τελευταίο από τα 24 Καπρίτσια του Ιταλού δεξιοτέχνη. Τις παραλλαγές αυτές οργανώνει ο Ραχμάνινοφ σε τρεις ενότητες, έτσι ώστε τελικά να δίνεται η εντύπωση μιας τριμερούς σύνθεσης, όμοιας με κοντσέρτο. Στο θέμα από το Καπρίτσιο προσθέτει ο συνθέτης ακόμη ένα, αυτό της «Ημέρας οργής» από τη ρωμαιοκαθολική νεκρώσιμη ακολουθία, που περιγράφει την Τελική Κρίση. Ο Κοζούχιν απέδωσε τη μουσική με δεξιοτεχνική άνεση και ερμήνευσε με πλαστικότητα και έντονο λυρισμό το πασίγνωστο νοσταλγικό θέμα της 18ης Παραλλαγής, με την οποία ολοκληρώνεται το αργό, δεύτερο μέρος της «Ραψωδίας».
Στη συναισθηματικά φορτισμένη κλιμάκωση της μουσικής τον ακολούθησε η ορχήστρα με ήχο εντυπωσιακά γενναιόδωρο, αλλά και υπερβολικά ισχυρό, κάτι που αποδείχτηκε πολύ περισσότερο προβληματικό στο δημοφιλές δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο που ακολούθησε. Παρότι ήταν φανερό ότι ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης είχε επεξεργαστεί προσεκτικά τις δυναμικές, είχε βρει τη μεταξύ τους ισορροπία και είχε φροντίσει για αποχρώσεις, η ορχήστρα παρέμενε σταθερά κατά ένα επίπεδο πιο δυνατή απ’ ό,τι ήταν ανάγκη, με αποτέλεσμα ιδίως στις κλιμακώσεις του πρώτου και του τρίτου μέρους το πιάνο να χάνεται σε έναν ωκεανό ήχου. Εξαιρετικά απέδωσε το σόλο του κλαρινέτου ο νεαρός Παναγιώτης Γιαννάκας στο δεύτερο μέρος του κοντσέρτου.

