Το συλλεκτικό ενδιαφέρον για τα αναλογικά τεκμήρια του εγγύς παρελθόντος αυξάνεται όσο αυτά ωθούνται πίσω στον χρόνο. Περισσότερο και από τις ευχές των Χριστουγέννων μέσω της ταχυδρομικής οδού, οι ευχές για το Πάσχα αποτελούν μια ιδιαίτερη πτυχή της κοινωνικής εθιμοτυπίας του 20ού αιώνα που επιβίωσε σποραδικά, πριν εκπνεύσει σχεδόν τελεσίδικα στις αρχές του 2000. Οι ευχετήριες κάρτες του Πάσχα είναι ένα κεφάλαιο της κουλτούρας της επικοινωνίας που διατηρήθηκε με πολλές αισθητικές και ευρύτερα πολιτισμικές αναφορές στην Ελλάδα και γνώρισε μεγάλη ακμή κυρίως κατά τις δεκαετίες από το 1900 έως περίπου το 1970.
Ως απότοκο εκείνης της ακμής, το φαινόμενο ανταλλαγής πασχαλινών ευχών συνδέεται και αυτό με μία πτυχή της εκδοτικής δραστηριότητας την οποία μας υπενθυμίζει αυτή η παλιά συνήθεια. Η έκδοση ευχετηρίων καρτών απασχολούσε μικρούς και μεγάλους εκδότες, και τα σημεία πώλησης –ανάλογα με την ποιότητα της κάρτας– μπορούσε να είναι ένα βιβλιοπωλείο, ένα αμιγώς χαρτοπωλείο, ένα περίπτερο ή ένα ψιλικατζίδικο. Οι τιμές κυμαίνονταν αναλόγως. Κάρτες έβρισκε επίσης κανείς σε υπαίθριους πάγκους και σε πανηγύρια.
Ειδικά στην Ελλάδα, οι πασχαλινές ευχές αντλούσαν από δύο παραδόσεις (την ορθόδοξη και την καθολική) και χαρακτηρίζονταν (όπως και οι χριστουγεννιάτικες κάρτες) ανάλογα με τη θεματολογία τους, που μπορούσε να αντλεί από τη συνήθη και αναμενόμενη θρησκευτική πασχαλινή παράδοση ή από καθαρά κοσμικά θέματα με έμφαση στην εαρινή ευωχία και αναγέννηση. Αντίστοιχα, οι κάρτες που μπορούσε να βρει κανείς στο εμπόριο είχαν (ανάλογα με την ποιότητα, τα θέματα, την εκτύπωση) μια περισσότερο λαϊκή ή αστική έκφραση. Οπως συνέβαινε και τα Χριστούγεννα, ακολουθώντας την ίδια πρακτική, οργανισμοί, ιδρύματα και μουσεία συνήθιζαν να εκτυπώνουν τις δικές τους ευχές, οι οποίες αποτελούν ώς σήμερα μια ενδιαφέρουσα νησίδα ειδικής συλλογής. Αυτή η ποικιλία των αναφορών και η διαβάθμιση στην ποιότητα εικαστικής σύνθεσης και εκτύπωσης μας οδηγούν στην ανάδειξη της κατηγορίας των πασχαλινών ευχών ως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σύνθετο φαινόμενο αστικής λαογραφίας.
Στην Ελλάδα, ήταν σύνηθες το φαινόμενο εισαγωγής θεμάτων από άλλες χώρες, κατά βάσιν καθολικού δόγματος, πρακτική που συνέβαινε και τα Χριστούγεννα. Αυτά τα εισαγόμενα θέματα, κυρίως κοσμικού χαρακτήρα αλλά όχι μόνον, από την Ιταλία και Γαλλία, απαιτούσαν απλώς την αντικατάσταση των ευχών στην ελληνική γλώσσα. Ηταν κατά κανόνα μονόφυλλες κάρτες, δηλαδή καρτ ποστάλ, αλλά υπήρχαν και δίπτυχες. Οι παραδοσιακές κάρτες ήταν δίπτυχες και απαιτούσαν φάκελο, ενώ πολλές ήταν πτυσσόμενες και άνοιγαν αποκαλύπτοντας επιπλέον θέματα. Αυτές ήταν ακριβότερες και συχνά λιθόγραφες.
Πολλές από τις κάρτες που έχουν διασωθεί και οι οποίες πωλούνται ευρέως σε διαδικτυακούς τόπους μάς αποκαλύπτουν έναν ενδιαφέροντα χάρτη. Πολλές κάρτες στέλνονταν από και σε συγγενείς στην Αμερική (από τις αρχές του 20ού αιώνα) και μετά το 1950 σε άλλα μέρη του κόσμου όπου υπήρχαν εστίες απόδημου ελληνισμού (με επίδοση κατά προσέγγιση 2-4 ημέρες για την Ευρώπη και 5-7 ημέρες για τις άλλες ηπείρους). Κάρτες στέλνονταν, φυσικά, και εντός της πόλης (με επίδοση την επομένη) και πανελλαδικά (με επίδοση σε 1-3 ημέρες).

