Η Μεγάλη Παρασκευή μέσα από τη λογοτεχνία

Αρθρο του Μιχαήλ Σ. Καλαβρού για την αποτύπωση του Θείου Δράματος στη λογοτεχνία και στην ποίηση

3' 34" χρόνος ανάγνωσης

«Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μία ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα», διαπιστώνει ο Γιώργος Σεφέρης· και για πολλούς, πιστούς ή μη, η συγκινητικότερη στιγμή αυτού του Εαρος είναι η Μεγάλη Παρασκευή: η περιφορά του Επιταφίου και τα λαοφιλέστατα εγκώμια. Ετσι φαντάζει φυσικό που η λογοτεχνία εμπνεύστηκε ιδιαιτέρως από την ημέρα αυτή.

Οι περιγραφές, για παράδειγμα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αποδίδουν ανάγλυφα τη μαγεία της: η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβανεν «οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!» («Παιδική Πασχαλιά»). Αντίστοιχα, η συμπαντική συμμετοχή στο θείο ξόδι διαμορφώνει ένα «θέαμα […] υπερκατανυκτικόν» κατά τον Αλ. Μωραϊτίδη («Αρατε πύλας»).

Ωστόσο, οι λογοτεχνικές αναφορές στην περιφορά του Επιταφίου δεν αποτυπώνουν πάντοτε την κατάνυξη και την ευσέβεια των πιστών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνάντηση των Επιταφίων στο μυθιστόρημα του Δημοσθένη Βουτυρά «Σιδερένια πόρτα», καθώς η συνάντηση των δύο λιτανευτικών πομπών γίνεται η θρυαλλίδα για μια θανατηφόρα «μάχη των Επιταφίων» ανάμεσα στις ανταγωνιστικές γειτονικές συνοικίες: «Η πομπή που σα λαμπερό ύφασμα ήτανε καμωμένο από άπειρα αστράκια, σχίστηκε, κουρελιάστηκε».

Δεν είναι λίγες επίσης οι φορές που ο θάνατος του Χριστού συνυφαίνεται με την ιστορία λογοτεχνικών ηρώων οδηγώντας σε πολλαπλές νοηματοδοτήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα του Μ. Καραγάτση «Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη», όπου ο περιθωριοποιημένος –σε γη και ουρανό– τοξικομανής Χρίστος Νεζερίτης γίνεται ένα ιδιότυπο κάτοπτρο του Ναζωραίου Χριστού (παραλληλισμός ονομάτων που εντοπίζεται βέβαια και μεταξύ Μανωλιού και Εμμανουήλ-Ιησού στο καζαντζακικό «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»). Καθώς το νεκρό σώμα του μεταφέρεται προς το νεκροτομείο, ο ναρκομανής θα πορευθεί, κατά τύχη, μαζί με το «σκήνωμα του Κυρίου», για να δεχθεί έτσι τη φροντίδα που του στέρησε η κοινωνία: «Σιγά – σιγά η νεκροφόρα, σκίζοντας τη μάζα των πιστών, όλο και προχωρούσε προς […] τον Επιτάφιο».

Στον «Επιτάφιο θρήνο» του Γιώργου Ιωάννου, η περιφορά του Επιταφίου συνδέεται με τον ερωτισμό και τον καθαγιάζει. Ο αφηγητής του πεζογραφήματος παρακολουθεί τη λιτάνευση από ένα παράθυρο ξενοδοχείου στην Ομόνοια. Παρακολουθεί επίσης, ηδονοβλεπτικά, την αποτυχημένη ερωτική περίπτυξη του ζευγαριού στο διπλανό δωμάτιο. Μα την επόμενη ημέρα η ερωτική πλήρωση είναι ιδωμένο γεγονός και δένεται άρρηκτα με τον «μυρωμένο θάνατο» και την Ανάσταση του Ιησού που πλησιάζει: «Είδαμε ως οι μυροφόρες πρώτοι την Ανάσταση, που άλλωστε μας άξιζε, είχαμε ξενυχτήσει μες στον πυρετό, αγνοί κι αμόλυντοι, κι υστέρα πήγαμε κι από την εκκλησιά, να προσκυνήσουμε κι εμείς τον Επιτάφιο, φιλώντας όπου είναι οι χαρακιές της δύναμης, μεριές μεριές στο στήθος μέχρι κάτω στην κοιλιά. Χαραγματιές για να παραφυλάς τα δρώμενα στο διπλανό δωμάτιο».

Η κάθοδος του Χριστού στον Αδη δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την ποίηση. Εκτυπο παράδειγμα το ποίημα του Αγγελου Σικελιανού, «Στ’ Οσίου Λουκά το Μοναστήρι». Εκεί, ο θρήνος των γυναικών για τον Θεάνθρωπο απολήγει στην αναστάσιμη θέα του Βαγγέλη που, λογαριασμένος για νεκρός, γυρίζει από τον πόλεμο με το ξύλινο πόδι του. Ισως, μάλιστα, σε αυτό το ποίημα να εκκινεί η συναναφορά Αδωνη και Χριστού που επανέρχεται στον Σεφέρη («Συχνά, όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο ν’ αποφασίσω αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Αδωνης»), αλλά και στο ποίημα της Ζωής Καρέλλη «Μεγάλη Παρασκευή». Ποίημα στο οποίο ακούγεται μια κάποτε πιστή που πλέον δεν πιστεύει, μα το μεγαλοβδόμαδο δεν μπορεί να «χαρ[εί] μόνο αισθητικά τη θρησκεία», γι’ αυτό και αναφωνεί: «Κύριε του Μυστικού Δείπνου, της Σταύρωσης, / της Μεγάλης κι ένδοξης Ανάστασης, / μέσα μου Σ’ αισθάνομαι / κι ας έχω απομακρυνθεί από Σένα». Κατάφαση που θυμίζει εν πολλοίς το ποίημα «Credo» του Τ. Κ. Παπατσώνη.

Από τα μοιρολόγια της Παναγίας έως τον Κώστα Βάρναλη, τον Οδυσσέα Ελύτη ή την Κική Δημουλά, αμέτρητοι είναι οι στίχοι που πηγάζουν από τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη μέρα δηλαδή που –με τους στίχους του Ν. Γκάτσου– «[…] ο Αδης ηνεώχθη» και «γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς». Γεφύρι που οδηγεί τον πονεμένο άνθρωπο-διαβάτη στην όχθη της Ζωής. Οπως δήλωνε ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Κάθε Μεγάλη Παρασκευή συμμετέχω στο θείο δράμα, που το βλέπω σαν το καθολικό δράμα της ίδιας της ανθρωπότητας. Ο Ιησούς αντιπροσωπεύει όλους όσοι πόνεσαν: τους μάρτυρες, τους αδικημένους, τους πεφορτισμένους». Μια λιτανεία τέτοιων ανθρώπων είναι άλλωστε το κατεξοχήν πεδίο της λογοτεχνίας.

* Ο κ. Μιχαήλ Σ. Καλαβρός είναι υποψήφιος διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT