«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»

Οκτώ άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών γράφουν για την ιερότητα και το θείο, για μια εμπειρία που άλλαξε τη ζωή τους ή μια στιγμή

η-ζωή-δεν-θα-νικηθεί-από-το-κακό-564169060 Αναστάσιμη λεπτομέρεια, Αγιορείτικη Πινακοθήκη, Καρυές. Η αναστάσιμη ακολουθία «έχει τη δύναμη να σε συμπαρασύρει και να σε παίρνει μαζί της στην ελπίδα που τη διαπνέει, ότι ο Αδης δεν θα είναι ο τελικός νικητής», σημειώνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και προσθέτει πως το «ο Αδης επικράνθη» είναι μια «έκφραση βαθιάς ελπίδας υπέρ της ζωής, της πιο θεμελιακής μορφής ελπίδας, που υπάρχει ανεπίγνωστα μέσα στον καθένα, ότι η ζωή δεν θα χαθεί, ότι το αγαθό τελικά θα επικρατήσει! Αλλιώς πώς να συνεχίσεις να ζεις;».
Αναστάσιμη λεπτομέρεια, Αγιορείτικη Πινακοθήκη, Καρυές. Η αναστάσιμη ακολουθία «έχει τη δύναμη να σε συμπαρασύρει και να σε παίρνει μαζί της στην ελπίδα που τη διαπνέει, ότι ο Αδης δεν θα είναι ο τελικός νικητής», σημειώνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και προσθέτει πως το «ο Αδης επικράνθη» είναι μια «έκφραση βαθιάς ελπίδας υπέρ της ζωής, της πιο θεμελιακής μορφής ελπίδας, που υπάρχει ανεπίγνωστα μέσα στον καθένα, ότι η ζωή δεν θα χαθεί, ότι το αγαθό τελικά θα επικρατήσει! Αλλιώς πώς να συνεχίσεις να ζεις;».
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Αδης επικράνθη!

Σταύρος Ζουμπουλάκης

Στην ιστορία των θρησκειών μαρτυρούνται αμέτρητες περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν προσωπική, μυστική εμπειρία στη σχέση τους με τον Θεό, έξω από τα όρια της λογικής, και απείρως περισσότερες έχουν μείνει αμάρτυρες. Στην ιστορία του χριστιανισμού ισχυρότερη είναι η αφετηριακή περίπτωση του αποστόλου Παύλου, που ανηρπάγη έως τρίτου ουρανού, άγνωστο και στον ίδιο αν εν σώματι ή εκτός σώματος (2 Κορ. 12:2-4). Η Σιμόν Βέιλ, στον εικοστό αιώνα, βεβαίωνε ότι μια μέρα, απαγγέλλοντας το ποίημα «Love» του Τζορτζ Χέρμπερτ, «ο ίδιος ο Χριστός κατέβηκε και με πήρε». Ενώ δεν έχω καμία δυσκολία να τα πιστέψω όλα αυτά ή, σε κάθε περίπτωση, να αναγνωρίσω ότι ανήκουν στη σφαίρα του δυνατού, θα προσθέσω ότι η χριστιανική παράδοση στέκεται πολύ επιφυλακτική έως αρνητική απέναντι σε τέτοια φαινόμενα (οράματα, οπτασίες και τα συναφή) και τα θεωρεί κατά κανόνα παγίδες. Οταν ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο αββά της ερήμου τι είναι μοναχός, εκείνος, αντί οποιασδήποτε υψιπετούς απαντήσεως, είπε μονολεκτικά: κόπος (Γεροντικόν, Ιωάννης Κολοβός, λζ΄). Κόπος είναι και η ζωή του χριστιανού, διαρκής κόπος, ανάμεικτος όμως με πολλή χαρά. Κατεξοχήν τόπος αυτής της χαράς είναι η κοινή λατρεία του Θεού. Μην έχοντας λοιπόν ζήσει προσωπικά καμία απολύτως υπερφυσική εμπειρία, ούτε οράματα ούτε θάματα, θα μιλήσω για το μόνο που έχω γευτεί –και αυτό όχι πάντα–, τη χαρά της κοινής λατρείας, μέσα σε έναν ορθόδοξο ναό.   

Μέρες που είναι δεν μπορώ παρά να αναφερθώ, για άλλη μια φορά, στον όρθρο και στη λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα. Παλιά, όταν ήμουν παιδί, οι περισσότεροι, πριν καλά καλά τελειώσει η μικρή ακολουθία που τελείται στην εξέδρα, μετά τα πρώτα «Χριστός ανέστη», αφού αντάλλασσαν ασπασμούς, έτρεχαν σπίτι τους για να προλάβουν τη μαγειρίτσα ζεστή. Στην εκκλησία μέναμε λίγοι. Εδώ και κάμποσα χρόνια αυτό έχει αλλάξει, μένουμε όλο και περισσότεροι. Οταν οι θρησκείες χάνουν σε έκταση, κερδίζουν καμιά φορά σε ένταση.

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-1
Ανάσταση στην αυλή της Αγίας Παρασκευής, στην πλατεία του Μετσόβου, τον περασμένο Απρίλιο. (Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΣΙΔΗΣ)

Ο αναστάσιμος κανόνας του όρθρου, αρχαίο ποίημα του Ιωάννη Δαμασκηνού –με τους ειρμούς του μάλιστα ακόμη αρχαιότερους–, είναι μια έκρηξη νικητήριας χαράς! Το ίδιο και η λειτουργία του Χρυσοστόμου, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που έχει τη μέρα αυτή. Ο επινίκιος ύμνος «Χριστός ανέστη» διαλαλείται δεκάδες φορές. Η ξεχωριστή αυτή ακολουθία έχει πράγματι τη δύναμη να σε συμπαρασύρει και να σε παίρνει μαζί της στην ελπίδα που τη διαπνέει, ότι ο Αδης δεν θα είναι ο τελικός νικητής. Θα σταθώ σε μία μόνο στιγμή της, στη συνομιλία του εκκλησιάσματος με τον ιερέα, κατά την ανάγνωση του Κατηχητικού Λόγου. Ο διάλογος αυτός γίνεται σε τρία σημεία του Λόγου. Θα μείνω στο πρώτο. Διαβάζει ο ιερέας: «Εσκύλευσε τον Αδην ο κατελθών εις τον Αδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαΐας εβόησεν· Ο Αδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω», και ο λαός διακόπτει εδώ τη ροή της ανάγνωσης, βεβαιώνοντας με δυνατή φωνή: «Επικράνθη»! Αυτό το «επικράνθη» θα αντηχήσει μέσα στον ναό άλλες τέσσερις φορές, σε καθέναν από τους επόμενους στίχους, ολοένα και πιο δυνατά: «Επικράνθη· και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη· και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη· και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη· και γαρ εδεσμεύθη». Μου αρέσει να βλέπω και να ακούω και τους λιγότερο εκδηλωτικούς ανθρώπους, τους συνεσταλμένους, τους ντροπαλούς, να παίρνουν θάρρος και να φωνάζουν και αυτοί με παιδική χαρά το «επικράνθη»! 

Μα ξεγελιέται ποτέ ο Αδης; Αλυσοδένεται; Μόνο ο άνθρωπος πικραίνεται, ο Αδης μένει πάντα απίκραντος. Ποιο το νόημα επομένως αυτής της συλλογικής κραυγής που τόσο τη χαίρομαι; Εκφραση μιας στιγμιαίας ψευδαίσθησης; Θα το έλεγα διαφορετικά: έκφραση βαθιάς ελπίδας υπέρ της ζωής, της πιο θεμελιακής μορφής ελπίδας, που υπάρχει ανεπίγνωστα μέσα στον καθένα, ότι η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό, ότι η ζωή δεν θα χαθεί, ότι το αγαθό τελικά θα επικρατήσει! Αλλιώς πώς να συνεχίσεις να ζεις; 

Εχω εορτάσει το Πάσχα και σε άλλους τόπους, και σε μοναστήρια και στο Αγιον Ορος. Πουθενά αλλού δεν έχω νιώσει τη χαρά της κοινής λατρείας του Θεού όσο στην ενορία μου, την ενορία των παιδικών μου χρόνων, την ενορία του πατέρα μου, της αδελφής μου, της μάνας μου. Ειδικά, τούτη τη Νύχτα, «οψέ των σαββάτων, τη επιφωσκούση», που είμαστε όλοι εκεί μαζί!

Εχω εορτάσει το Πάσχα και σε άλλους τόπους, και σε μοναστήρια και στο Αγιον Ορος. Πουθενά αλλού δεν έχω νιώσει τη χαρά της κοινής λατρείας του Θεού όσο στην ενορία μου, την ενορία των παιδικών μου χρόνων, την ενορία του πατέρα μου, της αδελφής μου, της μάνας μου.

Τη μέρα που αγκάλιασα έναν βράχο

Λένα Διβάνη 

Είχαμε ξεκινήσει με την ορειβατική ομάδα να ανεβούμε τα πιο μυστηριώδη βουνά που στην πραγματικότητα δεν είναι βουνά. Τα λένε τεπούι και είναι σπαρμένα στη στέπα της βενεζουελάνικης Αμαζονίας. Κείτονται διάσπαρτα, τεράστια και πανύψηλα (πάνω από 2.000 μέτρα) βράχια, σε σχήμα τραπεζίου με επίπεδη κορυφή. Οι Βρετανοί ανθρωπολόγοι και βιολόγοι από τον 19ο αιώνα είχαν εκστρατεύσει για να τα ανεβούν γιατί πίστευαν ότι εκεί υπήρχε πολύτιμη προϊστορική χλωρίδα και πανίδα που έπρεπε να μελετηθεί. Ηταν άβατα όμως εκτός από ένα, τη Ροράιμα. Αυτήν την ανεβοκατέβαιναν οι ιθαγενείς Ινδιάνοι Πεμόν, τους έβλεπαν. Μόνο που δεν ήξεραν πώς και από πού. Οσο κι αν τους χρυσοπλήρωναν δεν έδειχναν στους ασεβείς λευκούς το κρυφό μονοπάτι προς την κορυφή της Ροράιμα. Οι Βρετανοί επιστήμονες πεισματικά μετά τις αλλεπάλληλες αρνήσεις προσπάθησαν να προσγειώσουν μέχρι και ένα αεροπλανάκι εκεί πάνω. Ματαίως. Ηρθε όμως η μαύρη μέρα που έπεσε πείνα στους Πεμόν και αναγκάστηκαν να χρηματιστούν και να τους δείξουν τον δρόμο. Εκθαμβοι οι Βρετανοί που σκαρφάλωσαν μέχρι εκεί πάνω είδαν σαρκοβόρα φυτά, πεταλούδες που λαμπύριζαν σαν φωτάκια, καταρράκτες από ροζ κρυστάλλους χαλαζία.

Πέρασαν τα χρόνια και οι Πεμόν οδηγούν πια εκεί τους τολμηρούς που φτάνουν μέχρι την Αμαζονία για να ζήσουν αυτό το θαύμα. Δουλεύουν σαν οδηγοί βουνού και αχθοφόροι των ταξιδιωτών έναντι γερής αμοιβής, αλλά τους μισούν. Η Ροράιμα είναι ιερός τόπος γι’ αυτούς, τι δουλειά έχουμε οι άθλιοι λευκοί να τον καταπατάμε με τα μποτάκια, τις σκηνές και τα σακίδιά μας; Μας μίσησαν κι εμάς, για να ακριβολογώ μας περιφρονούσαν. «Χυδαίοι Αμερικάνοι (όλοι φαινόμαστε λίγο Αμερικάνοι αφού γίναμε με τον χρόνο λίγο Αμερικάνοι, γιατί να το κρύψουμε;) πού πάτε;», έλεγαν τα μάτια τους. Οταν φτάσαμε λοιπόν στα ριζά του κρυφού μονοπατιού ο αρχηγός μας σταμάτησε και διέταξε να πάμε να ζητήσουμε την άδεια του γρανιτένιου βράχου πριν ξεκινήσουμε να σκαρφαλώνουμε προς την κορυφή. Αρχίσαμε να μουρμουρίζουμε και να κοροϊδεύουμε. Δηλαδή; Οποιος δεν την πάρει την άδεια θα περιμένει κάτω; Αρχίσαμε να γελάμε οι χυδαίοι Αμερικάνοι. Μα τρελάθηκε; Σε ποια γλώσσα θα ζητήσω άδεια από τον βράχο; Να φέρω και τον κηδεμόνα μου μαζί;

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-2
Τάματα σε εικόνα ενός από τους 38 ναούς των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων που διασώζονται στην Παλαιά Χώρα της Αίγινας. Ο «νησιωτικός Μυστράς», όπως αποκαλούν οι ντόπιοι τον άλλοτε κεντρικό οικισμό του νησιού, λέγεται πως είχε 366 εκκλησίες, μία για κάθε ημέρα του χρόνου. (Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΪΚΟΣ)

Κανένας δεν ξεκολλούσε από την ασφάλεια της ομάδας, μεταξύ φόβου και γελοιοποίησης όλοι. Τότε ο αρχηγός με το σκοτεινό βλέμμα με διατάζει να ξεκινήσω. Αδημονούσε. Τον εκνευρίζαμε. Είμαστε δύο κόσμοι, ήθελα να του πω, συγχώρεσέ μας που δεν καταλαβαίνουμε πώς ένας βράχος είναι εκκλησία, συγχώρεσέ μας που γίναμε από ιθαγενείς Αμερικάνοι στην πατρίδα μας κι εμείς. Προχώρησα προς τον βράχο με ύφος ας το πιω κι αυτό το πικρό ποτήρι να τελειώνουμε. Εφτασα στη ρίζα του βράχου που υψωνόταν τεράστιος και εκφοβιστικός πάνω από το κεφάλι μου. Ο αρχηγός είχε καρφώσει τα κατάμαυρα μάτια του πάνω μου. Τι να κάνω κι εγώ, άπλωσα τα χέρια αδέξια και αγκάλιασα τον βράχο έχοντας πλήρη επίγνωση της γελοιότητος του θεάματος. Και τότε έγινε το απροσδόκητο, το ανεξήγητο: ένιωσα τον βράχο να ζεσταίνεται, να ανταποκρίνεται στην αγκαλιά μου και να μου δίνει άδεια να τον ανεβώ. Ο σφυγμός μου σταμάτησε για δυο δευτερόλεπτα. Μετά γύρισα αργά και είπα με έκθαμβο ύφος στην ομάδα: «Παιδιά ζήτησα στ’ αλήθεια άδεια και μου την έδωσε». Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τους έβλεπα, δεν μιλούσαν αλλά στοιχηματίζω ότι στοιχημάτιζαν πως τους δουλεύω.

Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκα πολύ αναστατωμένη στη σκηνή μου. Αυτό που είχα δει στην κορυφή –ένα υπαίθριο μουσείο γλυπτών από γρανίτη– ήταν πρωτόγνωρο. Οταν τελικά με πήρε ο ύπνος ονειρεύτηκα τους χειρότερούς μου φόβους και ξύπνησα έντρομη. «Κι εσύ;», ξαφνιάστηκε ο διπλανός μου. Κι εγώ και όλοι τελικά είχαμε δει στον ύπνο μας ό,τι φοβόμασταν κι ό,τι μας πονούσε. Ετρεξα στον αρχηγό. «Αρχηγέ γιατί είδαμε όλοι εφιάλτες το βράδυ;» τον ρώτησα. «Its Her», μου είπε και μου έδειξε τη Ροράιμα που λαμπύριζε. «Σας καθαρίζει».

Καλή ανάσταση σε όλους. Ελπίζω κάποιος να μας καθαρίσει και τώρα γιατί σαν να πολυβρωμίσαμε…

*Η κ. Λένα Διβάνη είναι συγγραφέας.

Ρωγμές στον χρόνο

Αντώνης Λιάκος

Το ιερό είναι μια έννοια που ανήκει στη θρησκεία. Δεν είναι το αντικείμενό της, αλλά το υποκείμενό της. Ζούμε όμως σε έναν κόσμο αποϊερωμένο και, κατ’ ουσίαν, αποθρησκειοποιημένο. Το ιερό έχει αποχωρήσει και από τη θρησκεία, παρά τους εξωτερικούς τύπους, τις τελετουργίες και τις ονομασίες που αυτή συνεχίζει να διατηρεί. Η αποϊέρωση αποτελεί κεντρική αρχή της νεωτερικότητας, του μοντερνισμού, του διαφωτισμού. Το ιερό έχει αποκλειστεί· του επιτρέπεται να επιστρέφει μόνο ως τύπος απαλλαγμένος από το μυστήριο, ως κέλυφος άδειο από τον οργανισμό που το δημιούργησε.

Στον εικοστό αιώνα, με αυτόν τον τρόπο, το ιερό επανήλθε μέσω της έννοιας του homo sacer, που δανείστηκε από το ρωμαϊκό δίκαιο ο Αγκάμπεν· μέσω της κοινωνικής ανθρωπολογίας, που διερευνά τις μεταβάσεις και τις τελετουργίες στις προνεωτερικές κοινωνίες· καθώς και μέσω της έννοιας του υψηλού (sublime), η οποία, προερχόμενη από την κλασική γραμματεία, συνδέθηκε με την εμπειρία του ιστορικού τραύματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το ιερό επανεμφανίζεται ως μορφή αποφατικής σκέψης: όχι ως το άβατο της γνώσης, αλλά ως εκείνο που δεν εξαντλείται από τις λέξεις, που δεν μπορεί να αποδοθεί με επάρκεια· ως ένα πλεόνασμα νοήματος που διαφεύγει.

Υπάρχουν, βεβαίως, και οι διαρρήκτες των εννοιών. Η επίκληση του ιερού χρησιμοποιήθηκε συχνά για να καλύψει σκοπούς ξένους προς αυτό: για την ιεροποίηση της βίας, του πολέμου ή της εξουσίας. Νεωτερικές ιδεολογίες, με κυρίαρχο παράδειγμα τον εθνικισμό, προσέδωσαν στο ιερό τη μορφή μιας θρησκείας χωρίς θεό. Πρόκειται για μια ψευδή ιερότητα, ένα κέλυφος χωρίς την εμπειρία που το θεμελιώνει.

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-3
Παιδιά με λαμπάδες προπορεύονται της περιφοράς του Σταυρού στην Παναγία Φανερωμένη Θεσσαλονίκης. (Φωτογραφία: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ)

Εντούτοις, ακόμη και σε αυτόν τον αποϊερωμένο κόσμο, υπάρχουν διαστάσεις της εμπειρίας που δεν αποκτούν νόημα χωρίς την επίκληση του ιερού. Πρόκειται για εμπειρίες οριακές, μεταβατικές, μετασχηματιστικές – εμπειρίες που ανοίγουν ρωγμές στον χρόνο. Ρωγμή στον χρόνο δεν σημαίνει μόνο τον απότομο διαχωρισμό του παρόντος από το παρελθόν, αλλά και τη συμπύκνωση του χρόνου στη στιγμή: τη στιγμή κατά την οποία μπορεί κανείς να δει τη ζωή του ως σύνολο, να σκεφτεί ταυτόχρονα και την ανυπαρξία ως όριο που καταφθάνει.

Η εμπειρία αυτή δεν ταυτίζεται με τον θάνατο καθαυτόν –εκεί όπου η συνείδηση εκλείπει– αλλά με την πορεία προς το τέλος υπό το φως της επίγνωσής του. Στην ένταση αυτής της συνείδησης το ιερό αποκτά την έννοια της ενάργειας και όχι του απόκρυφου· της πλήρους παρουσίας και όχι του διαχωρισμού λογικής και συναισθήματος. Είναι η εμπειρία της πυκνότητας των νοημάτων, ο ίλιγγος εκείνου που στέκεται στο κράσπεδο του βάραθρου.

Το ιερό βιώνεται σωματικά και ολοκληρωτικά: χωρίς διαφυγές, χωρίς αυταπάτες, χωρίς παρηγοριές ή υποκατάστατα. Απαιτεί σιωπή, ηθελημένη μοναξιά, αυτοσυγκέντρωση, λιτότητα βίου· τον εαυτό ενώπιον του εαυτού. Η γλώσσα δεν αποτυγχάνει να το αποδώσει λόγω κάποιου μυστηρίου ή άρνησης της λογικής, αλλά λόγω της απεραντότητας όσων θα έπρεπε να ειπωθούν. Το ιερό δεν είναι το ακατανόητο, αλλά το μη εξαντλήσιμο.

Την εμπειρία αυτή την έζησα. Ομως, όσο κι αν προσπάθησα να τη μεταφέρω στο κείμενο, συνάντησα εσωτερικές αντιστάσεις. Υπέκυψα σε αυτές. Το «δεν μπορώ να τη γράψω» σημαίνει, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ότι δεν θέλω να τη μοιραστώ. Από αυτή την άποψη, γίνεται κατανοητό γιατί το ιερό, σε τόσα θρησκευτικά συστήματα, είναι άβατο και αθέατο. Οχι ως απαγόρευση, αλλά ως προστασία της έντασής του.

Το ιερό βιώνεται σωματικά και ολοκληρωτικά: χωρίς διαφυγές, χωρίς αυταπάτες, χωρίς παρηγοριές ή υποκατάστατα. Απαιτεί σιωπή, ηθελημένη μοναξιά, αυτοσυγκέντρωση, λιτότητα βίου· τον εαυτό ενώπιον του εαυτού.

Το ιερό δεν ανήκει στη δημόσια σφαίρα. Ο θάνατος γίνεται κοινωνικός μόνο αφού έχει συντελεστεί· γι’ αυτό και η κοινότητα συμμετέχει στις εξόδιες ακολουθίες. Πρόκειται για το εμφανές σημείο ενός αφανούς ιερού. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τον Απρίλη τούτο συμπληρώνονται τρία χρόνια από εκείνη την εμπειρία. Δεν μπορώ ακόμη να μιλήσω – όχι επειδή δεν θέλω να θυμηθώ, αλλά γιατί θεωρώ ευλογία ότι τη βίωσα και τη μοιράστηκα με εκείνη που δεν είναι πια εδώ, που πέρασε στην ανυπαρξία εν πλήρει συνειδήσει.

*Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ανοιξη

Σοφία Αυγερινού 

Πιστεύω στον χρόνο που χάνεται και ξαναγεννιέται κάθε έξι του μηνός, δύο μέρες μετά το Πάσχα. Καμιά φορά το Πάσχα έρχεται πολύ νωρίς και ο ήλιος δεν έχει ζεστάνει και οι νεκροί δεν έχουν προλάβει να συνηθίσουν την ιδέα της ανάστασης, αναδεύονται οι ψυχές στον κάτω κόσμο και βιώνουν απροσδόκητη αδημονία και οι ζωντανοί δεν είναι έτοιμοι για καμία θυσία, τι είναι άραγε ένα Πάσχα και γιατί έρχεται, αυτή η θεσμοθετημένη χαρμολύπη μπορεί να σε σκοτώσει, μπορεί να σε κάνει να αμφιβάλεις για την άνοιξη και αυτό είναι σοβαρό. Η άνοιξη πλάστηκε από ένα υλικό ανάριο όπως τα πέταλα της παπαρούνας και ο φτερωτός σπόρος της πικραλίδας, οι κόμποι της ποιήσεως που καίγονται στο θυμιατό της αναδίδουν μαβιές ευωδίες που κάποιος πρωτομάστορας έχτισε μες στις πέτρες, η άνοιξη δεν ήτανε πλασμένη για τη σταύρωση και όμως είπες, εγώ θα πεθάνω την άνοιξη για να με θυμούνται με οδύνη και να αλλάζουνε τη ρότα τους. 

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-4
Ουρανούπολη Χαλκιδικής, κατά την αναχώρηση για το Αγιον Ορος. Ενα ταξίδι που όταν ολοκληρώθηκε, οι ερωτήσεις ήταν ακόμη περισσότερες. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Ακουσε, όμως, πρωτομάστορα, εγώ την άνοιξη τη γέννησα για τη ζωή και όχι για το ικρίωμα κι έρχεσαι τώρα εσύ με τη θυσία στα χείλη και μου την αρπάζεις, άκουσε όμως, δεν είμαι πρόθυμη να σου προσφέρω την άνοιξη που μου χάρισες, δεν τη χρωστάω και δεν την παραδίδω. Ακουσε, όταν τη γέννησα την άνοιξη, σκέφτηκα, πώς χώρεσε ένας άνθρωπος κανονικός μέσα στο σώμα μου κι έπειτα σκέφτηκα, ώστε όλοι οι κακούργοι ήτανε στην αρχή παιδιά, κι έπειτα σκέφτηκα, θεέ μου, γέννησα έναν άνθρωπο που κάποτε θα πεθάνει. Αυτό όμως δεν το πίστεψα στ’ αλήθεια, η δική μου άνοιξη ήταν αναμάρτητη και δεν υπήρχε λόγος, ποτέ δεν υπήρχε λόγος να κλαίει χλωμή μέσα σε πόλεις βομβαρδισμένες, μέσα σε μέρες ρημαγμένες, σε μια αφύσικη, άκρα σιωπή. Δεν ήταν προορισμένη να λιμάζει σε πολιορκίες, πυρπολημένη για χάρη της δόξας, και να πνίγεται μέσα σε δέκα μέτρα θάλασσας, όσα χωρίζουν την κόλαση από τη γη της επαγγελίας, κρατώντας στο χέρι ένα παιχνίδι που κατέληξε στον βυθό, αιώνια μόνο χωρίς το παιδί του. Δεν έγινε η άνοιξη, καλέ μου πρωτομάστορα, για να σηκώνει ασθμαίνοντας τα βάρη των προγόνων της, για να κοιτάζει ωχρή με μάτια μεγάλα από τη θλίψη τον κόσμο όπου την παραδίδουμε και να τρομάζει, μήπως δεν έχει κανένα χώρο για κείνη ο κόσμος αυτός. Δεν έχω τι να της πω, της άνοιξης, το ξέρεις, όταν ξυπνάει μέσα στη νύχτα βλέποντας εφιάλτες, ανοίγω το στόμα μου και πλημμυρίζει άμμο και τα χέρια μου πέτρες, δεν μπορούν να την κλείσουν ολόκληρη στην αγκαλιά μου, η άνοιξη είναι αερικό, είναι μονάχα μια στιγμή και η στιγμή αθάνατη, για να μπορούμε εμείς να υπάρχουμε πλάστηκε η άνοιξη, ο φτερωτός ο σπόρος, και δεν μπορεί να χτίζεται μέσα στα βουνά και να καθίσταται χρόνος τελειωμένος. 

Πιστεύω, Θεέ μου, στον χρόνο που γεννιέται ξανά και ξανά στις έξι του μηνός, στον άχρονο χρόνο δεκαέξι ανοίξεων που διεκδικούν τη φευγαλέα τους αιωνιότητα. Μη χτίσεις, πρωτομάστορα, την άνοιξη μες στα βουνά. Μη στέρξεις να σπαράξει ο λέων τον αμνό στον κόσμο αυτόν, κι ας ζουν συμφιλιωμένοι στο Επέκεινα. Φέρε ένα πέρασμα ανώδυνο, ένα γεφύρι αναίμακτο, θάψε την ίδια τη θυσία κάτω από τις πέτρες, να ευωδιάσουν από την ωραιότητα του προσώπου σου. Είσαι κι εσύ μια άνοιξη, δεν γίνεται να ευλογείς τα σφάγια επάνω στους βωμούς. Ας είναι ο λόφος με τις παπαρούνες, έστω για μια στιγμή, η μόνη πραγματικότητα. 

*Η κ. Σοφία Αυγερινού είναι συγγραφέας.

Η σημασία της αφής

Δανάη Σιώζιου

Ενα κρύο πρωινό ενός περασμένου Φλεβάρη, λίγο πριν από το δυσκολότερο Πάσχα της ζωής μου, βρισκόμουν ξαπλωμένη στο μεταλλικό, χειρουργικό κρεβάτι ενός νοσοκομείου, τουρτούριζα και φοβόμουν. Στην αίθουσα πηγαινοέρχονταν γιατροί και νοσηλευτές. Τότε ο χειρούργος με πλησίασε και μου κράτησε σφιχτά το χέρι για μερικά λεπτά. Αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη και έκλεισα τα μάτια μου, λίγο πριν ο αναισθησιολόγος έρθει και με κοιμίσει. Η αφή, αίσθηση παραμελημένη στη δυτική κουλτούρα, είναι επίσης η αίσθηση που μας συνδέει πιο στενά με τον κόσμο γύρω μας, από το χάδι της μητέρας μας όταν γεννιόμαστε μέχρι το απαλό κλείσιμο των βλεφάρων μας μετά τον θάνατο. Είναι, μεταξύ άλλων, τρόπος έκφρασης προσοχής στον άλλο, η οποία αποτελεί με τη σειρά της την πιο κλασική ίσως έκφανση του ιερού.

Η αφιέρωση προσοχής στον άλλο πληθαίνει το βλέμμα, βαθαίνει το συναίσθημα και διευρύνει την εμπειρία και την ικανότητα για συσχέτιση. Για ορισμένους ανθρωπολόγους, η αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού δεν είναι τα εργαλεία ή η φωτιά, αλλά η φροντίδα και η συμπόνια προς τον άλλον. Η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ στοχαζόμενη πάνω στην έννοια του ιερού, διατύπωσε την περίφημη φράση ότι «η προσοχή είναι η πιο σπάνια και πιο αγνή μορφή γενναιοδωρίας». Δεν εννοούσε όμως απλώς μια κατάσταση παρατήρησης, όσο μια στάση και έναν τρόπο ζωής, την καλλιέργεια της ικανότητάς μας να βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση ταπεινότητας, υπέρβασης του εαυτού, προσκαλώντας τη μεταμόρφωση.

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-5
Οι εορτασμοί του Πάσχα στη Μονή Αγίου Γεωργίου στις Χαδιές της Κάσου αποτελούν ένα από τα πιο έντονα θρησκευτικά και παραδοσιακά γεγονότα του νησιού. Ο Αγιος Γεώργιος Χαδιώτης (χτισμένος το 1690) είναι προστάτης των βοσκών της περιοχής, οι οποίοι τιμούν τη μνήμη του με ιδιαίτερη λαμπρότητα. (Φωτογραφία: ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Κάθε εποχή επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την πνευματικότητα και το ιερό. Στο δοκίμιό της με τίτλο «Αποδημιουργία: Πώς γυναίκες όπως η Σαπφώ, η Μαργκερίτ Πορέτ και η Σιμόν Βέιλ λένε τον Θεό», η Καναδή ποιήτρια Αν Κάρσον εξετάζει πώς οι τρεις αυτές γυναίκες (στην ελληνική αρχαιότητα του 7ου αιώνα π.Χ., στη Γαλλία του 14ου αιώνα και στη Γαλλία του 20ού αιώνα αντιστοίχως) προσεγγίζουν το θείο μέσω της γραφής και της ζωής τους και πώς τόλμησαν «να εισέλθουν σε μια ζώνη απόλυτου πνευματικού θάρρους». Καθεμία από αυτές υπέστη «μια εμπειρία απο-δημιουργίας (decreation), μας λέει, χρησιμοποιώντας τον όρο που εισήγαγε η Βέιλ. Η Κάρσον σχολιάζει πως η τολμηρή και ασυνήθιστη πνευματικότητα αυτών των γυναικών οδήγησε την κοινωνία να «εκφέρει κρίσεις για την αυθεντικότητα» των «τρόπων ύπαρξής τους». Η Βέιλ έχει χαρακτηριστεί ως «νευρωτική, ανορεξική, παθολογική, σεξουαλικά καταπιεσμένη ή ψεύτικη». Η Πορέτ καταδικάστηκε σε δίκη όχι μόνο ως αιρετική αλλά και ως «ψεύτικη γυναίκα» (pseudo-mulier), ενώ οι αρχαίοι βιογράφοι της Σαπφώς προσπάθησαν να αμφισβητήσουν τη σοβαρότητά της διαβεβαιώνοντάς μας ότι ζούσε μια ανεξέλεγκτη ερωτική ζωή. Αυτές οι γυναίκες, ωστόσο, «γνωρίζουν τι είναι η αγάπη», δηλαδή «το κριτήριο μιας αληθινής ή ψεύτικης πνευματικότητας», και η καθεμία από αυτές βρίσκει έναν τρόπο να «πει τον Θεό». Οι αντιδράσεις αυτές εκφράζουν διαφοροποιήσεις, επιθετικότητα, μισογυνισμό, αλλά και την αλλοτρίωση και την απουσία αμοιβαιότητας στη νεωτερική εμπειρία του κόσμου.

Στην ποίηση που είναι η τέχνη στην οποία έχω αφιερωθεί, τα πράγματα έχουν συχνά ψυχή. Ο Ρίτσος στο ποίημά του «Το τραγούδι της αδελφής μου» γράφει: «Κοιτώ τους κάμπους/να εισπνέουν ειρηνικά/τη βραδινή σιγή/και χαιρετώ τις ψυχές των πραγμάτων». Η τέχνη και η αγάπη μου έμαθαν την αξία της προσοχής, αλλά και πώς να παρατηρώ και να αφήνω πίσω τον εαυτό μου, να είμαι παρούσα και να παραιτούμαι από τον έλεγχο. Μου έδειξαν επίσης πώς να επιστρέφω σε ’μένα για να συνδεθώ εκ νέου με τον κόσμο και τα πράγματα γύρω μου. Αναγνωρίζω το ιερό στο χέρι που κρατάει το δικό μου και διώχνει τον φόβο, στο χέρι που προσπαθεί να πάρει τον πυρετό, απλώνοντας μια κομπρέσα στο μέτωπο του αρρώστου, αλλά και καθώς παρατηρώ δύο άλογα που πίνουν νερό, απόλυτα αφοσιωμένα στον σκοπό τους, φαίνεται σαν να το εισπνέουν καθώς ξεδιψούν. Το ιερό εμφανίζεται επίσης τότε, όταν ο κόσμος παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται συνομιλητής.

Αναγνωρίζω το ιερό στο χέρι που κρατάει το δικό μου και διώχνει τον φόβο, στο χέρι που προσπαθεί να πάρει τον πυρετό, απλώνοντας μια κομπρέσα στο μέτωπο του αρρώστου, αλλά και καθώς παρατηρώ δύο άλογα που πίνουν νερό.

*Η κ. Δανάη Σιώζιου είναι ποιήτρια.

Σ’ ένα χωριό της Τήνου 

Γιώργος Κουμεντάκης

Στα δεκατρία χρόνια που έζησα σε ένα χωριό της Τήνου, οι εσωτερικές μου μετατοπίσεις δεν ήταν μόνο επίπονες, αλλά και κατά το πλείστον μη προβλέψιμες. Στην ποιητική ηρεμία των χειμωνιάτικων πρωινών, στην ανοιξιάτικη ανθισμένη φύση του νησιού, στις νύχτες που ο ουρανός κατέβαινε, στην άγρια μελωδία των μανιασμένων μποφόρ της θάλασσας, οι εσωτερικές διεργασίες έπαιρναν το αργό τέμπο του περιβάλλοντος χώρου, της μοναχικότητας, της απρόσμενης επιρροής της πίστης. 

Κοιτώντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι οι στιγμές που τώρα αναγνωρίζω ως ορόσημα της αλλαγής, τότε έμοιαζαν πρόσκαιρες. Η καθοριστική επιδραστικότητα που είχαν οι συγχωριανοί μου πάνω στη μουσική μου ταυτότητα, αλλά και στον χαρακτήρα μου, τότε έμοιαζε με μια απλή καθημερινότητα. Τώρα γνωρίζω ότι ήταν ένας σταθμός της μέσης ηλικίας της ζωής μου. 

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-6
Προσκύνημα στον «Μυστρά του Σαρωνικού», τη μεσαιωνική καστροπολιτεία της Παλαιάς Χώρας της Αίγινας, με τις 38 βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησιές και τα διάσπαρτα απομεινάρια εκατοντάδων ακόμη που καταστράφηκαν στο πέρασμα των αιώνων. (Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΪΚΟΣ)

Οταν ξεκίνησα να πηγαίνω στην εκκλησία του χωριού για να βοηθήσω τον παπα-Βασίλη, δεν συνειδητοποιούσα την αλλαγή εντός μου. Στο πρώτο Πάσχα –αν θυμάμαι σωστά– το 2005, μαζευτήκαμε να προετοιμάσουμε την εκκλησία. Ηταν λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν θα έπρεπε να κάνουμε την «αλλαγή των ρούχων» της εκκλησίας μας. Ηταν μια διαδικασία που θα ολοκληρωνόταν σε διαφορετικές φάσεις. Πρώτα τα πένθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας, ύστερα τα αναστάσιμα. Τα τρεμάμενα χέρια μου και η συγκίνηση δεν με προετοίμαζαν για την εσωτερική αλλαγή που θα βίωνα με την ολοκλήρωση του ανεπίσημου και χειροποίητου αυτού τελετουργικού. Μέσα στη σιωπή και την ασφάλεια της μικρής κοινότητας των ανθρώπων, φίλων και συνοδοιπόρων που είχαμε την ευλογία να ζούμε στο χωριό, κάθε κίνηση, κάθε άγγιγμα, κάθε μικρό φαινομενικά ασήμαντο επίτευγμα έπαιρνε τα χαρακτηριστικά της ψυχικής κάθαρσης. Μιας κάθαρσης που ερχόταν αργά, οργανικά, χωρίς κανείς να την έχει προβλέψει ή να την έχει αιτηθεί. Οταν εκείνο το πρώτο Πάσχα τελείωσε και οι λιγοστοί επισκέπτες έφυγαν, η συνειδητοποίηση ερχόταν από κάθε πόρο του δέρματός μου, από κάθε άνοιγμα των ματιών μου, από κάθε αναπνοή. 

Ηταν λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν θα έπρεπε να κάνουμε την «αλλαγή των ρούχων» της εκκλησίας μας. Πρώτα τα πένθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας, ύστερα τα αναστάσιμα. Τα τρεμάμενα χέρια μου και η συγκίνηση δεν με προετοίμαζαν για την εσωτερική αλλαγή που θα βίωνα με την ολοκλήρωση του ανεπίσημου και χειροποίητου αυτού τελετουργικού.

Μέσα από μια μικρή προσφορά προς την εκκλησία του χωριού μας, μέσα από μια νέα πνευματική επικοινωνία, μέσα από την ιεροτελεστία της άνθησης της φύσης του νησιού, το Πάσχα εκείνο έφερε την εσωτερική ανάσταση, όχι με τα πυροτεχνήματα της γιορτής, αλλά με τις μικρές και αθόρυβες αλλαγές στα εντός μου. 

Από τις μετατοπίσεις που έγιναν στη σκέψη, την προσοχή, τη ματιά, άρχισε σιγά σιγά να αναδεικνύεται μια νέα μετατόπιση και στη συνθετική μου αντίληψη, που σταδιακά έφερε και την αλλαγή στη μουσική μου γλώσσα. Τα «ρούχα της σύνθεσής μου» άλλαξαν και αυτά μαζί με εκείνη την τόσο ταπεινή και χειροποίητη «αλλαγή των ρούχων» στην εκκλησία του χωριού. 

Λίγο πριν συλλέξουμε τα λουλούδια των αγρών για τον στολισμό του Επιταφίου, λίγο μετά τον αναστάσιμο στολισμό της εκκλησίας, είναι ο εαυτός μας που αφήνεται στην ιερότητα μιας εσωτερικής αλλαγής, μακριά από τις μεγάλες χειρονομίες, τις κενές δηλώσεις και τα άδεια νοήματα μιας υποτιθέμενης σύγχρονης ζωής. 

Η μνήμη του παπα-Βασίλη είναι πάντα ζωντανή μέσα μου. Του χρωστώ αυτό που έγινα μέσα σε μια μικρή κοινότητα σπουδαίων ανθρώπων ενός χωριού στις Κυκλάδες, όλα εκείνα τα Πάσχα που ακολούθησαν. Αυτή για μένα είναι η υπέρβαση της ζωής, μέσα από την ιερότητα της πίστης των ανθρώπων. 

*Ο κ. Γιώργος Κουμεντάκης είναι συνθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Οι χαμένες αλκυόνες 

Νικήτας Σινιόσογλου 

Η μεταλλική πράσινη πεζογέφυρα μ’ έβγαλε στην όχθη του Κηφισού απ’ τη μεριά του Νέου Φαλήρου· εάν, δηλαδή, ακόμη λογίζεται ως όχθη ένα πεζοδρόμιο. Ηταν απόγευμα Κυριακής.

Μπρος μου ο δρόμος οδηγούσε στις παλιές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Εκεί μ’ έπιασε η μυρωδιά της σοκολάτας από το εργοστάσιο της ΙΟΝ. Την ακολούθησα.
Φανταζόμουν τη σοκολάτα να ρέει υγρή πίσω από τους ερμητικούς τοίχους του εργοστασίου.

Η μυρωδιά με παρέσυρε στις αυλές ενός θεόρατου συγκροτήματος πολυκατοικιών του ’60, απ’ αυτά με τα δεκάδες διαμερίσματα σε κάθε όροφο και τις αποχρωματισμένες τέντες. Εψαχνα την έξοδο, όταν είδα να με κοιτούν δυο ψάρια μέσα από έναν παλιό μαντρότοιχο. 

Με την ουρά το ’να ψάρι σπάθιζε την ουρά του άλλου και βούτηξαν μαζί για ένα φιλί. Τα σώματά τους έφτιαξαν μια φωλιά, που ’χε στο κέντρο ένα τσαμπί λαχταριστά σταφύλια. Τα δυο ψάρια αιωρούνται ενωμένα χάρη στην άνωση ενός ακατάστρεπτου έρωτα, θα ’λεγες πως νικούν την έλξη της αβύσσου. 

Δυο βήματα παραπέρα, ένας φασιανός τσιμπολογούσε τα δικά του σταφύλια· αμέριμνος. Ενας αετός τίναξε τα φτερά του. Τρομαγμένη, μια κομψή ελαφίνα ανασήκωσε τα λεπτά της πόδια. Ενας πετεινός κορδώθηκε με την έκσταση και μαζί την εξάντληση της θεατρίνας μετά την παράσταση. Κι ένα άλογο εφορμούσε, αλλά πού; Στην άκρη της μάντρας ένας γρύπας, αυτό το αλλόκοτο ον μεταξύ λιονταριού, αετού και φιδιού, ετοιμαζόταν να κατασπαράξει την ελαφίνα, την οποία άθελά μου είχα σπρώξει προς το μέρος του.

Τα ζώα έμοιαζαν ελεύθερα και ευτυχισμένα παρά τον πολυετή εντοιχισμό τους. Κι είχα την εντύπωση πως μέσα στα πολύχρωμα βοτσαλωτά ψηφιδωτά σκιρτούσε κάμποση από την ψυχή των δημιουργών τους.

Τα κεραμένια πλάσματα ήταν παραταγμένα σκακιστικά και απ’ τις δυο πλευρές του δρόμου για λίγες δεκάδες μέτρα. Απολειφάδια υγρής γης, που τα ’χαν ψήσει μια φορά η ανάσα της φωτιάς και η μαστοριά του τεχνίτη. 

Μου φανερώνονταν παρά τη φθορά τους, ή μήπως μέσα απ’ τη φθορά; 

Κάποια δεν τα ’χαν καταφέρει· σύρματα γυμνά έδειχναν τα σημεία, όπου έστεκαν άλλοτε και άλλες πολύχρωμες φιγούρες. Η απουσία ερέθιζε τη φαντασία μου, τη σκάλιζε, αντί για δίχτυα από σκουριά αντίκριζα μια χρυσή λεοπάρδαλη ν’ ακροπατεί ανάλαφρα, δυο βόδια να σέρνουν το αλέτρι του Κάιν, πιο πέρα δυο πανέμορφες αλκυόνες, εκείνα τα θαλασσοπούλια που κάποτε ήταν άνθρωποι. 

Χάμω, καρποί τσακιστοί, απ’ τις γύρω χαρουπιές. Είχαν το σοκολατένιο χρώμα της ψημένης όμπρας. Πίσω από την πλάτη μου, τα ζώα έπαιζαν ανέμελα μαζί τους. Κριτσινιστά και λαχταριστά χαρούπια, μου ’ρχόταν και μένα να τα δαγκώσω!

Αλλά ο απογευματινός ήλιος μου θάμπωνε τα μάτια και μου έκαιγε τον σβέρκο. Κοιτούσα τώρα το αχανές πυρωμένο πάρκινγκ ενός γερμανικού σούπερ μάρκετ και το εργοστάσιο της «Ελαΐς». 

Απέναντι, γωνία με την Πειραιώς πια, οδηγοί γυρόφερναν τα οχήματά τους σ’ ένα αυτοματοποιημένο πλυντήριο αυτοκινήτων με κερματοδέκτη, κραδαίνοντας τους εκτοξευτήρες υψηλής πίεσης όμοια με κάννες φλογοβόλου. Σταγονίδια απιονισμένου νερού και ειδικών καθαριστικών δρόσισαν το πρόσωπό μου και μαζί το βρώμισαν. 

Σκούπισα τα νερά και τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο κι απ’ τα μάτια, και τότε είδα τον πατέρα μου.

Μου εξηγούσε με χειρονομίες θεατρικές ότι το πήλινο φιαλίδιο που ’χα μόλις ξεθάψει ήταν κατά πάσα πιθανότητα μια αρχαία δακρυδόχος. Το φιαλίδιο ήταν ζωόμορφο, ελκυστικό και τρομακτικό συνάμα. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να μαζεύουν τα δάκρυά τους, ποιος ξέρει τον λόγο. Η ανάμνηση της δακρυδόχου τρεμόπαιξε μέσα μου. 

Θα ’θελα λίγο από το κέφι που ’χα όταν ήμουν παιδί.

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά θα περνούσα από το πατρικό, κι ας το ’βρισκα γκρεμίδι, και λεηλατημένο ακόμη. 

Αργότερα, θα ’ψαχνα στο Ιντερνετ την ιστορία του εργοστασίου Κεραμεικός, και του καλλιτεχνικού εργαστηρίου που είχε διευθύνει ο Πάνος Βαλσαμάκης, γιατί ήταν αυτά τα απομεινάρια αλλοτινών καλλιτεχνικών πειραματισμών με την αρχαιότητα, με την Ανατολή και τη Δύση που ’χαν άξαφνα εμψυχώσει την απογευματινή μου εξόρμηση. 

Τόσους μήνες, βήμα δεν είχα κάνει στην αναζήτηση του σπιτιού· όμως, οι προσπάθειες έφερναν με πλάγιους τρόπους στην επιφάνεια τις ψηφίδες ενός παλιού χάρτη. 

Τι απεικόνιζε ο χάρτης; Τη ζεστασιά που εκχύνεται στο σύμπαν, όταν –κατά λάθος, ή υπακούοντας σ’ ένα άγνωστο σχέδιο– αντιλαμβάνεσαι ότι μοναξιά δεν υπάρχει. 
Μόλις υποψιαστείς την ύπαρξη του χάρτη, αυτός διαλύεται πάραυτα.

Ζωή τέτοια, με φωτεινές διαλείψεις εδώ κι εκεί, το περισσότερο που ’χεις να περιμένεις.

Κατά τ’ άλλα, σε τυλίγει η αύρα της αοριστίας, την οποία σκόρπιες ψηφίδες μοιραία ενισχύουν σ’ έναν κόσμο από μπετόν. 

Είναι λες και αφουγκράζεσαι μόνον την πατρίδα που δεν έχεις.

*Ο κ. Νικήτας Σινιόσογλου είναι συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του με τίτλο «Ζωική Κόλλα» που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Κίχλη.

Mια διαστολή της ψυχής 

Αλέκος Κυραρίνης

Υπάρχουν φορές που ο απλός, ο δοκιμαζόμενος άνθρωπος συναντά την αγιότερη εκδοχή του. Ή αλλιώς την κοντινότερη και εσωτερική εκδοχή της ουράνιας δύναμης του Θεού. Τότε σε μία αλληλουχία απλού βιώματος και προσευχής, σε μια σιωπή που οδηγείται από τη νομοτελειακή αίσθηση της κάθε στιγμής, έχει κάποια «ενημέρωση» γι’ αυτό που θα ονομάζαμε θεία παρέμβαση και εποπτεία.

Πριν από λίγα χρόνια επισκέφθηκα το Αγιον Ορος. Εμεινα πέντε μέρες στη Μονή Γρηγορίου, έχοντας συνταξιδιώτη και συμπορευτή έναν ηλικιωμένο φίλο. Οσο περνούσαν οι ώρες της παραμονής μου, μια αδιόρατη και λεπτή χαρά με κατακυρίευε, με απάλλασσε από τις συνηθισμένες βιοτικές μέριμνες και ευθύνες. Εβλεπα το πέλαγος προς τον Νότο κι αισθανόμουν καθαρά κάποιου είδους δισταγμό να επιστρέψω στο βουερό τοπίο που στη μεγαλούπολη με περίμενε. Ακόμη και η σκέψη των γονέων μου και των αδελφών μου γινόταν αγαπητική μεν, αλλά με κάποιο μικρό δισταγμό.

Με τους μοναχούς της ιεράς Μονής και τους λαϊκούς υπήρχε ένα κλίμα ομόνοιας, σύμπραξης και ευαισθησίας, μία αγιωτική συμφωνία σε όρους εσωτερικής συνύπαρξης και συμμετοχής.

Οι ημέρες πέρασαν καθοριστικά όμορφα και γρήγορα. Κάτι συντελέστηκε μέσα μου, ήταν ξεκάθαρο. Θυμάμαι μετά πια στην Αθήνα και μετά το ταξίδι της επιστροφής να περιφέρομαι ανάμεσα στους γνωστούς, μα και άγνωστους ανθρώπους σαν κάποιος να έχει κάνει για εμένα μια ευχή. Βίωνα μια κατάσταση γλυκύτητας και ζωτικής απεύθυνσης, λέγοντας ότι έχω μονίμως στο στόμα μια «καραμελίτσα». Είχα μια ευκολία μεγάλη, κάνοντας ταυτόχρονα και προσευχή, να μιλώ με τον κόσμο και να απολαμβάνω το κάθε δευτερόλεπτο. Είχα μια άνεση για την εκφορά κάποιας διάθεσης μεγάλου νοήματος σε λίγες λέξεις, μα με μεγάλη δόση καθαρής καρδιάς. Την εκδοχή ενός εσωτερικού τοπίου φανερά ανανεωμένου και υπερβατικού.

«Η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό»-7
Διακόσμηση σε κελί του Αγίου Ορους, με την εικόνα του Εσταυρωμένου τοποθετημένη ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού. «Πριν από λίγα χρόνια επισκέφθηκα το Αγιον Ορος. Εμεινα πέντε μέρες στη Μονή Γρηγορίου», θυμάται ο Αλέκος Κυραρίνης. «Οσο περνούσαν οι ώρες της παραμονής μου, μια αδιόρατη και λεπτή χαρά με κατακυρίευε, με απάλλασσε από τις συνηθισμένες βιοτικές μέριμνες και ευθύνες. Κάτι συντελέστηκε μέσα μου, ήταν ξεκάθαρο. Θυμάμαι μετά πια στην Αθήνα να περιφέρομαι ανάμεσα στους γνωστούς, μα και άγνωστους ανθρώπους σαν κάποιος να έχει κάνει για εμένα μια ευχή. Βίωνα μια κατάσταση γλυκύτητας». (Φωτογραφία: ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ)

Ο νους ανατρέχει στην ανάμνηση συμβάντων άλλων από αυτά που έως τότε νόμιζε ότι τον καθόρισαν και μπορούσε να θυμηθεί. Μια ακολουθία στιγμών και γεγονότων που περιγράφουν έναν λόγο ύπαρξης, χωρίς έως τότε να έχει κληθεί να τον ανακαλέσει, σχεδόν χωρίς να τον έχει συμπεράνει.

Μα και το κίνητρο για το πλησίασμα στον Θεό και την Εκκλησία, έγινε ένα γλυκό και ουσιαστικό συναπάντημα στιγμών-καταστάσεων και φυσικών προσώπων, γιατί θα έλεγα πως τελικά «μόνο η στιγμή αγιάζει». Εκεί, εκείνον τον ελάχιστο χρόνο που επικαλείσαι τον Κύριο και διαλέγεις τον δρόμο της αρετής, γίνεσαι νέκταρ χαράς κι εσύ σαν λίγο μέλι. «Καραμελίτσα» το είπα πριν λίγο. 

Περιγράφω μία κατάσταση όπου οριακά και αμετάκλητα φωτίζεται ένας χώρος εντός σου. Ενα δωμάτιο, μία σάλα που μέχρι τότε αγνοούσες. Μία έκταση και ένα πεδίο όπου η ψυχή λαμπρύνεται και περήφανα υπάρχει. Αναφέρομαι σε μία διαστολή της ψυχής και μία ανάταση. Συμβαίνουν ενώ σκύβεις και συγκεντρώνεις χαμηλά στα πόδια σου τα μέχρι πρότινος ρινίσματα μιας μάταιης ζωής.

Το ένα κλάσμα του χρόνου μετά το άλλο, το ένα κλάσμα του χρόνου εντός του άλλου. Η ζωή μία αλληλουχία και ένας συγκερασμός χρόνου-ζωής και αποκαλύψεων, που με την αλήθεια τους υπερισχύουν του κακού και του φθηνού, αν και δεν χρειάζεται να τα αποκαλύψεις. Γιατί γνωρίζουμε καλά: μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι. Σημασία δεν γνωρίζω εάν έχει. Σημασία έχει αυτή η επίγευση κάποιας ταπεινότητας ως φρόνημα και πνεύμα συμμετοχής να έρθει ξανά να μας συμπεριλάβει. 

Ας μην περιμένουμε τον Κύριο μόνο ως Θεό αλλά και ως άνθρωπο, ο οποίος σε ένα λεπτό, μέσα από τη στιγμή, θα μας χαριτώσει τη ζωή και θα τη διευκολύνει.

*Ο κ. Αλέκος Κυραρίνης είναι ζωγράφος. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT