Ο Μπιθικώτσης βάδιζε στα 82 του χρόνια και ο Πάνου στα 66 του.
Ο ένας ήταν αξεπέραστος ερμηνευτής, ικανότατος μελωδός και μπουζουκτσής. Ο άλλος μουσικός και λαϊκός τραγουδοποιός που υπέγραφε και τον στίχο και τη μελωδία των πονημάτων του, καθώς και μοναδικός κατασκευαστής μουσικών οργάνων και εικαστικός. Οπως μου έχουν τονίσει συνοδοιπόροι, «ό,τι και να ’πιανε ο Ακης στα χέρια του μπορούσε να το μεταμορφώσει σε χρυσάφι».
Η συνεργασία του δημιουργού Πάνου με τον τραγουδιστή Μπιθικώτση μετρά συνολικά 11 τραγούδια. Παρά την επιτυχία που γνώρισαν και το καλλιτεχνικό εκτόπισμά τους, η σχέση τους διακόπηκε αιφνίδια το 1968. Επισήμως κανείς από τους δύο δεν ανέφερε τους λόγους αυτής της παύσης. Ανεπισήμως λέγονται πολλά, αλλά η ιστορία δεν μπορεί να γραφτεί με εικασίες ή λόγια… εκτός μικροφώνου. Επίσης, για να κατασταλάξεις κάπου πρέπει να μιλήσεις σχετικά και με τους δύο «εμπλεκομένους».

Οταν συναντιούνται δισκογραφικά το 1964 ο Πάνου είναι 31 ετών και ο Μπιθικώτσης 42. Ο Ακης έχει περάσει από πάλκα τα οποία έχει εγκαταλείψει και έχει κάνει το ντεμπούτο του στη δισκογραφία, δίχως όμως να σημειώσει το μεγάλο «μπαμ». Ο Γρηγόρης μέσα στην 4ετία 1960-1964 έχει αναπληρώσει εις τη νιοστή όσα δεν είχε βιώσει στην προηγούμενη πορεία του. Είναι η φωνή του Μίκη, των ρεμπέτικων αλλά και του Σταύρου Ξαρχάκου.
Ο τελευταίος διευθύνει την ορχήστρα στο δισκάκι 45 στροφών της Columbia με τα «Εχω μια βάρκα με κουπιά», που φέρει την υπογραφή των Μπιθικώτση και Πάνου, και τα «Σπασμένα τριαντάφυλλα» των Μπιθικώτση και Κώστα Σιμόπουλου.
Την ίδια χρονιά έρχεται ένα ακόμη δισκάκι τους με τα «Απ’ τη ζωή σου χάθηκα» και «Καρδιά μου μην παραπονιέσαι», που κι εδώ στην ετικέτα του δίσκου ως δημιουργοί αναγράφονται από κοινού οι Μπιθικώτσης και Πάνου, πάντα σε ενορχήστρωση Ξαρχάκου.
Ο Μπιθικώτσης μάλιστα –πλαισιωμένος από τους μόνιμους συνοδοιπόρους του στους δίσκους και στα κέντρα, Βούλα Γκίκα και Νίκο Καρανικόλα– θα τα ερμηνεύσει και στην ταινία του Χρήστου Κυριακόπουλου «Είναι μεγάλος ο καημός».
Ηταν η εποχή που ελληνικός κινηματογράφος και λαϊκό τραγούδι βάδιζαν χέρι χέρι.
Το 1965 σειρά έχουν τα «Δεν θα ’σαι το φινάλε» και «Πληγωμένο πουλί». Κι εδώ, βάσει της ετικέτας του 45αριού, δημιουργοί είναι το δίδυμο Μπιθικώτσης – Πάνου, ενώ ο πρώτος έχει αναλάβει πλέον και τη διεύθυνση της ορχήστρας.
Θα περάσει αρκετό διάστημα και το 1967 έχουμε το δισκάκι με τα «Θα κλείσω τα μάτια» και «Μη μου λες εμένα τέτοια».
Το πρώτο θα λογοκριθεί και θα κοπεί από το δικτατορικό καθεστώς ως κοινωνικά επικίνδυνο. Οι στίχοι είναι διαφορετικοί απ’ την κατοπινή «ερωτική» εκτέλεση της Βίκυς Μοσχολιού. Εδώ όμως ο Ακης Πάνου εμφανίζεται ως απόλυτος δημιουργός και ενορχηστρωτής. Αντίθετα στο δεύτερο έχουμε τον Μπιθικώτση σε ρόλο συνθέτη και διευθυντή ορχήστρας.
Κι αυτό θα περάσει και στη μεγάλη οθόνη με τον Μπιθικώτση να το τραγουδά στο έργο του Απόστολου Τεγόπουλου «Ζητούνται γαμπροί με προίκα».

Η μεγάλη στιγμή των Πάνου και Μπιθικώτση έρχεται μες στη χρονιά με το καμηλιέρικο ζεϊμπέκικο «Ρολόι κομπολόι». Στην άλλη πλευρά του μικρού δίσκου υπήρχε το επίσης ζεϊμπέκικο «Μοίρα μου γιατί μ’ αφήνεις». Εδώ το δημιουργικό και ενορχηστρωτικό σκέλος ανήκει 100% στον πρώτο, ενώ φιγουράρουν και τα ονόματα των Κώστα Παπαδόπουλου και Λάκη Καρνέζη στα μπουζούκια.
Η τελευταία πράξη της συνεργασίας των δύο θα λάβει χώρα το 1968 με τα τραγούδια «Οταν σημάνει η ώρα» και «Τώρα με μονή ταρίφα». Πάντα η Βούλα Γκίκα στις διφωνίες, ο Παπαδόπουλος με τον Καρνέζη στις πενιές, και στίχοι, μουσική και μαεστρικά του Ακη Πάνου.
Να προσθέσουμε πως το 1969 κυκλοφόρησε από την Columbia σε άλμπουμ 33 στροφών συλλογή τραγουδιών του Ακη Πάνου με γενικό τίτλο «Ρολόι Κομπολόι».

Εκτοτε οι δρόμοι τους χώρισαν… Ο Μπιθικώτσης έφευγε δικαιωμένος με τις τιμές και τις δάφνες που του άρμοζαν. Τον Πάνου τον βαραίνουν «σκιές». Ανεξάρτητα απ’ τα «ανθρώπινα», στις δημιουργίες του αποτυπώνεται όλη η φιλοσοφία του και αντίληψη περί ζωής, έρωτα, θανάτου, ηθικής, πολιτικής, κοινωνίας, μηχανισμών εξουσίας.
Ο λόγος του Ακη Πάνου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το πήγε πολλά βήματα παραπέρα, όταν εκεί λίγο μετά τα μισά της δεκαετίας του ’60 αναζητούσε, απεγνωσμένα, θα έλεγα, νέους εκφραστές και ορίζοντες. Καθημερινά ο «πλούτος» των τραγουδιών του ολοένα και θεριεύει, θαρρείς γιγαντώνεται και αναδεικνύει μοναδικές, πολύτιμες και αθέατες πτυχές του.

